1.6.08
Μια νομοθετική πρόταση
Μετά από αρκετά χρόνια στο χώρο της πληροφορικής μπορεί κανείς να εντοπίσει σημεία του θεσμικού πλαισίου που επιδέχονται βελτίωση. Δεδομένου του πλουραλισμού των επαγγελματικών ρόλων και των τμημάτων της αγοράς, είναι αντιληπτό ότι ο αριθμός των προτάσεων προς βελτίωση του θεσμικού πλαισίου ίσως είναι μεγάλος, η δε θεματική τους ευρύτητά εντυπωσιακή. Το θεσμικό πλαίσιο επί του οποίου έχουμε τη δική μας πρόταση, είναι αυτό της διενέργειας διαγωνισμών του Δημοσίου, του Μεγαλύτερου αν ότι του Μοναδικού Πελάτη Εργων Πληροφορικής στη χώρα μας.
Είναι γνωστό ότι ο Νόμος κάνει ό,τι μπορεί για να καταστήσει αδύνατες πρακτικές όπως «στήσιμο» και άλλα συναφή. Προς αυτό δίνει δικαίωμα σε όποιον αισθάνεται αδικημένος από μία διαδικασία αξιολόγησης να «προσφεύγει» πρακτικά επ’ αόριστον σε δικαστήρια και αρχές κάθε είδους, τώρα δε όριο είναι μάλλον το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ή όπως αλλιώς λέγεται. Τα δικαστήρια έχουν πολλή και δύσκολη δουλειά. Οι υποθέσεις που εξετάζονται δεν καλύπτονται αυτολεξί από κανέναν νόμο καθότι δεν είναι δυνατό η νομοθεσία να λέει αν λ.χ. ένας τετραπύρηνος επεξεργαστής είναι ισοδύναμος με δύο διπλού πυρήνα, ή αν η τεχνολογία SAS είναι ισοδύναμη ή καλύτερη της U320 SCSI. Οπότε αρχίζουν προσφυγές, οι οποίες πολύ απλά δύνανται να μην έχουν τέλος και οι οποίες μπορούν στην πράξη να ακυρώσουν την εκτέλεση έργων για τα οποία ο νομοθέτης είχε την πρόθεση να ανατεθούν με κάθε διαφάνεια.
Επειδή ως γνωστόν ο αδύναμος κρίκος κάθε αλυσίδας είναι ο άνθρωπος και επειδή «η Siemens είναι εδώ» και μάλλον δεν είναι μόνη της, διακινδυνεύουμε τη διατύπωση της άποψης ότι δεν είναι δυνατόν επί του θέματος να λειτουργήσει κανένα νομοθετικό πλαίσιο που να είναι αποτελεσματικό. Οπότε κάθε βελτίωση του νομικού πλαισίου προς το «αυστηρότερον», απλά αποτελεί έδαφος για να (ημι)μαθαίνουν οι δικαστές περί servers και άλλων δαιμονίων, και ασφαλώς για να έχουν δουλειά οι δικηγόροι.
Το διασκεδαστικό είναι ότι επειδή από τη φύση του ο εξοπλισμός πληροφορικής είναι σύνθετο πράγμα, πολύ δε περισσότερο οι υπηρεσίες, όλα συνήθως καταλήγουν στη διευθέτηση καφενείου του τύπου «ποιος είσαι συ ρε που τα λες αυτά» ή ευπρεπέστερα, «αν αυτός που υποστηρίζει την τάδε άποψη είναι πιο Senior από εκείνον που υποστηρίζει την δείνα, τότε η τάδε άποψη είναι η σωστή». Στην πράξη είναι μάλλον λίγες οι περιπτώσεις που η όλη διαδικασία δεν χρησιμοποιείται από τους διαγωνιζόμενους ως «χαρτί διαπραγμάτευσης» για άλλες δουλειές: «Θα αποσύρω την προσφυγή αν δεν κατέβεις στον τάδε άλλο διαγωνισμό, ή αν κατέβεις για ‘μαϊντανός’» και νομίζω καταλαβαινόμαστε. Θα τολμούσαμε να πούμε ότι αυτό είναι ο κανόνας, αλλά στοιχεία δεν έχουμε, οπότε αν το πράτταμε μάλλον θα κατηγορούμασταν από τους «θιγόμενους». Δεν είναι δε σπάνιο το φαινόμενο υπέρβασης των ορίων και εκδήλωσης αήθους συμπεριφοράς από πάσης φύσεως «νταήδες».
Ετσι θα περιοριστούμε στην πρότασή μας: Τους διαγωνισμούς προμηθειών εξοπλισμού και υπηρεσιών πληροφορικής του Δημοσίου να μην τους διεξάγει ο αρμόδιος φορέας, αλλά ο ίδιος ο Αρειος Πάγος, ο οποίος για το σκοπό αυτό να ιδρύσει ειδικό τμήμα του οποίου οι αποφάσεις θα είναι τελεσίδικες. Η δε προσφυγή να στοιχίζει αρκετά, ας πούμε 5-10% του τιμήματος του διαγωνισμού, το οποίο να προκαταβάλλεται μετρητοίς από τον προσφεύγοντα και να χρεώνεται σε τρίτο μέρος μόνο αν η προσφυγή δικαιωθεί, σε κάθε δε περίπτωση να το εισπράττει το Δημόσιο και να το αποδίδει στους δικαστές και τους τεχνικούς εμπειρογνώμονες ώστε κανείς να μην έχει λόγο να «λοξοκοιτάξει» κατά την κρίση. Θα πείτε «και πού θα βρει ο Αρειος Πάγος τους ειδικούς, και αν τους βρει πώς θα τους επιλέξει;» και άλλα συναφή. Η σωστή ερώτηση ίσως είναι «και ποιο σύστημα είναι τόσο ακέραιο ώστε και να εντοπίζει τον αδιάφθορο εμπειρογνώμονα και να τον τοποθετεί στη σωστή θέση;». Επειδή μάλλον αντιλαμβανόμαστε ότι αν συνεχίσουμε το συλλογισμό θα καταλήξουμε άλλη μια φορά στη γενικότερη λειτουργία των θεσμών και τελικά των αξιών, μην την πάρετε σοβαρά τη συγκεκριμένη πρόταση. Δείτε την απλά ως έκφραση αηδίας απέναντι σε μια αρρωστημένη αγορά, μέρος μιας πιο αρρωστημένης εκδοχής της λεγόμενης ελεύθερης οικονομίας.
1.11.06
Ο "υπαρκτός" ζει...
Ποιος είπε ότι ο "υπαρκτός σοσιαλισμός" πέθανε; Μόνο όσοι πιστεύουν ότι υπήρξε μόνο στη Σοβιετική Ενωση και το υπόλοιπο "ανατολικό μπλοκ". Σήμερα επιβιώνουν ακόμη διάφορα είδη "υπαρκτού", σε μέρη του κόσμου τα οποία, προς αποφυγήν περιπετειών, δεν θα ονοματίσουμε, και αυτό όχι μόνο διότι δεν αισθανόμαστε απολογητές κανενός υπαρκτού ή ανύπαρκτου συστήματος, αλλά κυρίως διότι θα αναφερθούμε σε μια πιο διασκεδαστική -κατά μίαν έννοιαν- μορφή "υπαρκτού": στην ελληνική.
Στην Ελλάδα, λοιπόν, ζει και βασιλεύει ένας ιδιότυπος "υπαρκτός", σοσιαλισμός ή όχι δεν ξέρουμε, ο οποίος, έχοντας στοιχεία μιας λανθάνουσας "κοινωνικο-κεντρικής" φιλοσοφίας, αξίζει να μας απασχολήσει με ελαφρή έως εύθυμη διάθεση - και αυτό για να προλάβουμε όσους θα μας κατακεραυνώσουν για προχειρότητα στην ιστορική ανάλυση. Κατ' αρχήν το "ζει και βασιλεύει" το λέμε με όλο το σεβασμό που απαιτεί η αποδοχή της άποψης των πολλών (όπως ονομάζεται η πλειοψηφία). Δηλαδή ως σύστημα, είτε ερμηνεύεται όπως θεωρούμε εμείς, είτε όχι, εκ των πραγμάτων η κατάσταση δεν αμφισβητείται.
Ολοι γνωρίζουν ότι δύο είναι τα όνειρα της λεγόμενης "μέσης" ελληνικής οικογένειας: ένα σπίτι και μια θέση στο δημόσιο. Το πρώτο το δανείζονται από τους τραπεζίτες και το δεύτερο τους παρέχεται από τους πολιτικούς. Το ελληνικό δημόσιο διογκώνεται επικίνδυνα και είναι ίσως μοναδική η αναλογία δημοσίων υπαλλήλων στο σύνολο του ενεργού οικονομικά πληθυσμού της χώρας μας. Οι κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων είναι πολλές και κατ' επέκταση πολλές είναι οι πολιτικές ομηρίες αλλά και οι προσδοκίες των συνδικαλιστικών εκπροσώπων όλων αυτών, πολλοί από τους οποίους εν συνεχεία ακολουθούν τη λεγόμενη πολιτική καριέρα. Το σύστημα αναπαράγεται μια χαρά, γεννώντας εξουσία και ρόλους, συνήθως χωρίς παραγωγικό αντίκρυσμα, αλλά με πλήθος επιφάσεων δήθεν προσφοράς. Οι επιφάσεις αυτές φτάνουν στο βαθμό να γίνονται άκρως συντηρητικές, συγχέοντας το δικαίωμα στην εργασία με την αξιοποίηση νέων τεχνολογιών και την υγιή παραγωγικότητα.
Υπό μίαν έννοια, το κύκλωμα είναι κλειστό: οι πολιτικοί νομοθετούν πλήθος ρυθμίσεων για "παγιες και διαρκείς" ανάγκες, ενώ αυτοί που προσλαμβάνονται τους προσφέρουν ως αντάλλαγμα την εξουσία και το κύκλωμα αυτοτροφοδοτείται. Ολα θα πήγαιναν καλά αν δεν ήταν αναγκαίο όλοι αυτοί να πληρώνονται. Η ανάγκη να βρεθούν αυτά τα χρήματα οδηγεί την όποια κυβέρνηση σε αυτό που οι δημοσιογράφοι αποκαλούν "φορολογικό σαφάρι". Πολλές φορές δικαίως, μιας και η φοροδιαφυγή είναι επίσης παγκόσμια πατέντα και το ΑΕΠ θα έπρεπε να αυξηθεί πολύ περισσότερο αν δεν ήμασταν όλοι υποκριτές. Ωστόσο, πολλοί συνήθως μικρο-φοροδυγάδες έχουν ένα εύλογο επιχείρημα, το εξόχως λαϊκίστικο "δεν θα πληρώνω εγώ τους δημόσιους υπαλλήλους για να κάθονται". Η ανάγκη να συνεχίσουν να υπάρχουν κάποιοι που "κάτι παράγουν", βάζει κάποια όρια στους φορολογικούς διωγμούς, οπότε το σύστημα δείχνει να συντηρείται. Το "αγκάθι" της ιστορίας είναι, βέβαια, η συνταξιοδότηση όλων αυτών, μόνο που όσοι εμπλέκονται στη σκηνή δεν έχουν οι ίδιοι πρόβλημα σύνταξης, οπότε η συζήτηση μπορεί να διαιωνίζεται και το θέμα να απομακρύνεται από την ιδιωτική και δημόσια καθημερινότητα.
Αν προσθέσουμε σε όλα αυτά τις απαραίτητες λοιπές δαπάνες του προϋπολογισμού, καταλαβαίνουμε για ποιο λόγο δεν υπάρχουν χρήματα για την παιδεία και για πολλά άλλα. Με όλα αυτά που συμβαίνουν να επικυρώνονται από την εκφραζόμενη λαϊκή βούληση κάθε τόσο, ένα είναι το συμπέρασμα: "έτσι είναι" δομημένη η λειτουργία του πολιτικού συστήματος στη χώρα αυτή. Τα εκατομμύρια δήθεν απαραίτητων δημόσιων υπαλλήλων που κοντολογίς αμείβονται από τον πραγματικό πλούτο που παράγουν άλλοι, είναι συνειδητή επιλογή της κοινωνίας μας. Οπως είναι και πλήθος άλλων ιδιομορφιών της. Γι αυτό ακριβώς το λόγο κάναμε λόγο για τον ακατονόμαστο "υπαρκτό ελληνικό σοσιαλισμό", το μοναδικό σύστημα που γεννά, συντηρεί και επιβραβεύει κυβερνωμένους και κυβερνώντες με αυτόν τον εξόχως βαλκανικό τρόπο...


