Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΘΥΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΘΥΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1.10.07

Περί κρίσης και κρίσεων

(Περιοδικό ne.o. - Τεύχος 75 - Οκτώβριος 2007)
Το διάστημα που πέρασε υπήρξε πλούσιο σε επικαιρότητα όσο λίγες άλλες περίοδοι εδώ και αρκετά χρόνια. Καθένα από τα γεγονότα που συνέβησαν αλλά κυρίως οι πυρκαγιές, οι εκλογές και οι εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ έχει τη δική του σημειολογία και αποτελεί αντικείμενο αυτοτελούς ή γενικότερης μελέτης ανάλογα με το χαρακτήρα της προσέγγισης και, ασφαλώς, με τον μελετητή. Η πολιτική ανάλυση σύμφωνα με την οποία οι πυρκαγιές καταδεικνύουν την εγκληματική ανικανότητα της κυβέρνησης η οποία παρόλα αυτά δεν τιμωρήθηκε στις εκλογές λόγω της ανεπάρκειας της ηγεσίας ή/και της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ, είναι εντελώς επιφανειακή, όπως άλλωστε είναι και η άλλη ανάγνωση των γεγονότων, σύμφωνα με την οποία οι πυρκαγιές ήταν φαινόμενο επίθεσης εχθρικών δυνάμεων την οποία προσπάθησε να αντιμετωπίσει με κάθε μέσο η κυβέρνηση και παρά την αντιπολιτευτική συμπεριφορά του ΠΑΣΟΚ, σε κάποιο βαθμό το πέτυχε πράγμα που, σε συνδυασμό με τη γενικότερη εικόνα της, της έδωσε και τη δεύτερη ευκαιρία στις εκλογές.

Η απάντηση στο ερώτημα "ποιος ο κοινός παρανομαστής" όλων των παραπάνω γεγονότων είναι απλή: είναι οι πολίτες αυτής της χώρας, με τις ιστορικές τους καταβολές και την κρίση που διαμορφώνουν με βάση την εκπαίδευση που έλαβαν καθώς και με τις ευρύτερες επικοινωνιακές επιρροές που δέχονται. Με αφορμή τη μεγαλύτερη οικολογική καταστροφή που γνώρισε ποτέ η χώρα, θα περίμενε κανείς να είναι σχήμα λόγου η διατύπωση "ο κόσμος να καίγεται, εγώ ψηφίσω Καραμανλή". Είναι, όμως, κυριολεξία, η οποία δεν πηγάζει μόνο από την κρίση των ψηφοφόρων σχετικά με την ικανότητα εν προκειμένω του Καραμανλή σε σχέση με τον Παπανδρέου. Πηγάζει και από το ασυνείδητο ενοχικό αίσθημα του ανώνυμου Ελληνα πολίτη. Και εξηγούμαστε.

Εδώ και δεκαετίες, και σίγουρα όχι αδίκως, η λειτουργία της εξουσίας στη χώρα μας έχει ταυτιστεί με την "μαύρη αντίδραση" που δημιούργησε τις εξορίες, τις δικτατορίες, την καταστολή και πλήθος άλλων δεινών. Η αντίδραση αυτή, αντί μεταπολιτευτικά να οδηγήσει σε συνειδητοποιημένες και άρα αυτοπεριοριζόμενες δημοκρατικές διαδικασίες σε επίπεδο κράτους αλλά και κάθε πολίτη ατομικά, εκφυλίστηκε σε μια δήθεν ελευθεριότητα στο όνομα μάλιστα της προοδευτικότητας. Το "κάνω ό,τι θέλω και το ανταλλάσσω με την ψήφο μου" είναι το σλόγκαν της μεταπολιτευτικής Ελλάδας της "Αλλαγής" το οποίο είναι ορατό παντού, από την πολεοδομική μέχρι την οδική συμπεριφορά μας. Αν "υπήρχε κράτος", όπως διαμαρτύρονταν οι ...νομάρχες και λοιποί τοπικοί άρχοντες των περιοχών που καίγονταν, το πιο πιθανό είναι ότι οι περιοχές τους δεν θα είχαν τα χάλια που έχουν. Ομως το κράτος δεν υπήρχε όχι γιατί εκδηλώθηκε η αναποτελεσματικότητα που όλοι είδαμε: αυτό είναι το αποτέλεσμα. Η αιτία κατά την άποψη του γράφοντος είναι ότι οι πολίτες οι ίδιοι επέλεξαν εδώ και χρόνια να εκλέγουν εκπροσώπους που θα τους βοηθήσουν "να κάνουν τη δουλειά τους" και όχι που θα δημιουργήσουν πάνω απ' όλα δημοκρατική συνείδηση η οποία θα έθετε μόνη της τα όρια της ελευθερίας και της αντίληψης της ανάπτυξης χωρίς την υποκρισία και την έως εκφυλισμού κατάχρηση της έννοιας "δημοκρατία".

Με απλά λόγια, από το καλοκαίρι και μετά όλοι οι πολίτες της χώρας αυτής γεύτηκαν τα αποτελέσματα των επιλογών τους ως προς το κράτος: να είναι όσο ανύπαρκτο γίνεται, ώστε αυτοί να δρουν "ελεύθεροι" και ανενόχλητοι. Από το κράτος της βίαιης καταστολής, περάσαμε στο κράτος του "ό,τι θέλουμε κάνουμε". Ε, λοιπόν, χωρίς να υποστηρίζουμε την επιστροφή σε κανένα από τα καθεστώτα του παρελθόντος, ένα τέτοιο κράτος δεν είναι αποτελεσματικό στη διαχείριση κρίσεων και αυτή η αναποτελεσματικότητα δεν οφείλεται στην τελευταία κυβέρνηση, αλλά στις επιλογές του συλλογικού μας ασυνείδητου, που χρονολογούνται κατ' άλλους μέχρι την τουρκοκρατία, και κατ άλλους από καταβολής κόσμου. Είναι το κράτος-καθρέφτης όσων χτίζουν στο ρέμα παρακάμπτοντας, όλοι ξέρουν πώς, την νομιμότητα, και στη συνέχεια διαμαρτύρονται για την ανυπαρξία του όταν πλημμυρίζουν. Αν υπήρχε κράτος να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις κρίσεις του καλοκαιριού, τότε δεν θα μπορούσε κανείς να λειτουργεί με τη "μαγκιά του" που καταχρηστικά βαπτίστηκε "δημοκρατία".

Αυτό το γνωρίζουν αρκετοί και ίσως περισσότερο οι αρχηγοί της αξιωματικής αντιπολίτευσης η οποία τιμωρημένη από την κοινή γνώμη βιώνει το δικό της δράμα το οποίο και πάλι είναι καθρέφτης της ίδιας νοοτροπίας: η εξουσία που επιδιώκεται ως αυτοσκοπός μιας εξόχως ετερογενούς ομάδας, είναι δύναμη συνοχής μόνο όταν υπάρχει. Οταν χάνεται, τότε ξεκινούν εκρηκτικές διεργασίες οι οποίες δυνητικά, αλλά όχι με βεβαιότητα, θα οδηγήσουν μπροστά τις εξελίξεις. Με τις υγείες μας...

1.5.07

Το κράτος που θέλουμε

(Περιοδικό ne.o. - Τεύχος 71 - Μάιος 2007)
Το "κράτος" είναι ίσως το πιο αγαπημένο θέμα των Ελλήνων όταν πρόκειται για ξέσπασμα, για ανάλυση και γενικώς για εκτόνωση. Τυπικές αγαπημένες φράσεις καφενείου που συχνά ακούγονται κατά τις πάσης μορφής τέτοιες εκτονώσεις είναι οι ακόλουθες: "Δεν είμαστε Κράτος", "Πού είναι το Κράτος;", "Το Κράτος ευθύνεται" και αρκετές άλλες, μάλλον περισσότερο απρεπείς για να αναφερθούν εδώ. Κοινός τόπος όλων, η αδυναμία εφαρμογής των κοινών κανόνων που θεωρητικά δεχόμαστε ότι πρέπει να ισχύουν, ώστε να υφίστανται και να αποδίδουν οι λειτουργίες του πολιτεύματος, της οικονομίας και του πολιτισμού, αποπνέοντας μια αίσθηση δικαιοσύνης, ασφάλειας και ισορροπίας προς τον Πολίτη. Η αδυναμία αυτή συνήθως αποδίδεται σε κάτι γενικό, απρόσωπο και ίσως απροσδιόριστο, που μάλλον καταχρηστικά ταυτίζεται με το Κράτος με την θεσμική έννοια του όρου. Ακόμη και μια πρόχειρη και ερασιτεχνική συλλογική ψυχαναλυτική προσέγγιση, εύκολα εντοπίζει πλήθος αντιφάσεων που τελικά φαίνεται να μας χαρακτηρίζουν ως γένος και τις οποίες ίσως είναι καλό να μάθουμε τουλάχιστον να αναγνωρίζουμε.

Παραδείγματα τέτοιων αντιφάσεων υπάρχουν πολλά: Μερικοί νόμοι δεν (πρέπει να ) ισχύουν για "εμάς", με αιτιολογία ότι και άλλοι δεν τους τηρούν. Είτε πρόκειται για τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας, είτε για ολόκληρο το φορολογικό σύστημα, η εφαρμογή τέτοιων νόμων στην "δική μας" περίπτωση, όταν φτάνει να είναι αναπόφευκτη, μας δημιουργεί αίσθημα αδικίας και όχι αντίληψη δικαίου. Αλλο παράδειγμα: Πολλά από τα κάθε είδους όρια δεν γίνονται σεβαστά διότι -τελικά- η θέσπισή τους γίνεται από άτομα ή μηχανισμούς την καταλληλότητα και επάρκεια των οποίων δεν αναγνωρίζουμε. Παρά, όμως, το γεγονός αυτό, η παράκαμψη (υπέρβαση;) των ορίων, η οποία μάλιστα ανάγεται σε κατόρθωμα, γίνεται με τρόπο που υποκλίνεται στους μηχανισμούς και τα πρόσωπα που δεν αναγνωρίζουμε ως θεσπιστές ορίων. Οταν "σβήνουμε" μια κλήση, όταν "περνάμε" την πολεοδομική μας αυθαιρεσία, ή όταν αποφεύγουμε τον φορολογικό έλεγχο με τον γνωστό πλην ακατονόμαστο τρόπο, στην πραγματικότητα αποδίδουμε εξουσία σε εκείνους ακριβώς που δεν αναγνωρίζουμε ως θεσμούς, μηχανισμούς και πρόσωπα άσκησης της ίδιας εξουσίας που μας δημιούργησε αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως πρόβλημα.

Κοντολογίς, τόσο η αντίδρασή μας στο κακό κράτος, όσο και η ανάλυση που τη συνοδεύει, χαρακτηρίζεται η πρώτη από υπόκλιση στα χειρότερα από τα χαρακτηριστικά του κράτους, και η δεύτερη από αποστασιοποίηση του εγώ μας από τις ευθύνες και από ενοχοποίηση όλων των άλλων πλην ημών. Ενδιαφέρον είναι, επίσης, το γεγονός ότι κληρονομημένα σύνδρομα του παρελθόντος που ανατροφοδοτούν την κατάσταση, διέπουν τόσο το (όποιο) Κράτος, όσο και τους πολίτες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα για το κράτος είναι το "μεγάλο τζάκι" (μέτρο φορολογίας κατά τον 19ο αιώνα) του οποίου η κεντρική ιδέα εξακολουθεί να εφαρμόζεται στο "αντικειμενικό" φορολογικό μας σύστημα, ενώ χαρακτηριστικό παράδειγμα για τους πολίτες η σύνδεση της αστυνομίας με τη βίαιη επιβολή της εξουσίας από αντιδραστικές κυβερνήσεις του παρελθόντος που σχετίζονται με δικτατορίες, εξορίες και τα συναφή, ακόμη και όταν πρόκειται για παράβαση του κ.ο.κ..

Η εικόνα που συντίθεται από όλα αυτά είναι μάλλον ιδιάζουσα και αν κανείς αποστασιοποιηθεί, αρκετά αστεία. Η εύκολη κριτική των άλλων λαών όπου "υπάρχει κράτος" και αυτό είναι ορατό από την φορολογική μέχρι την οδική συμπεριφορά, καθώς και η κατάταξή τους στους "υποταγμένους" είναι τουλάχιστον ένδειξη συλλογικής ανοησίας και προχειρότητας. Διέξοδος δεν είναι ορατή, παρά μόνο είτε με το θρησκευτικό συμβολισμό της παρθενογέννεσης και την έλευση του πεφωτισμένου "σωτήρα", είτε με το συμβολισμό του Φοίνικα που πρώτα θα γίνει στάχτες και μετά θα αναγεννηθεί, τεχνικές που αμφότερες έχουν πλήρως ενσωματωθεί στα κόμματα εξουσίας.

Δικαιολογίες υπάρχουν πολλές: από την (σοβαρή) έλλειψη Παιδείας για την οποία όμως και πάλι δεν κάνουμε πολλά (μάλλον το αντίθετο), μέχρι την ...τουρκοκρατία. Δικαιολογίες στη θεωρία και την πράξη, που εμπλέκουν ο,τιδήποτε εκτός από την ατομική και συλλογική μας μικρότητα και ανεπάρκεια, του υπογράφοντος μη εξαιρουμένου. Επειδή, πάντως, οι επιλογές μας ίσως τελικά να είναι κατά τρόπο ασυνείδητο συνειδητές, η πραγματική αιτιολογία μπορεί να είναι πολύ απλή: έχουμε ακριβώς το κράτος που θέλουμε.

1.2.04

Περί αξιοπρέπειας

[Περιοδικό ne.o. - Φεβρουάριος 2004]

Η αξιοπρέπεια είναι αρετή. Ετσι μάθαμε στο σχολείο αν και δεν είμαστε σίγουροι ότι και οι επόμενες γενιές το έμαθαν ή το θυμούνται. Ισως, μάλιστα, να μην είναι θέμα γενεών, να είναι θέμα ευρύτερης ανατροφής, επαγγελματικής θέσης, ή και κοινωνικής προέλευσης. Πάντως, αυτό το κατά τη γνώμη μας αυτονόητο πρέπει να επαναλαμβάνεται για να το θυμόμαστε και μάλιστα καλό θα ήταν να κάνουμε όλοι μας που και που ασκήσεις εμπέδωσης. Τα γεγονότα της 24ης Ιανουαρίου 2004 τα οποία κάποιοι χαρακτήρισαν με τον τίτλο "Η αποπομπή των 9" ήταν μόνο η αφορμή για να θυμηθούμε την αξιοπρέπεια, η οποία κατά τη γνώμη μας δεν χαρακτηρίζει πάντα τον πολιτικό βίο, και μάλιστα τον παγκοσμιοποιημένο πλέον πολιτικό βίο αλλά ας μείνουμε στα του οίκου μας.

Δείγματα αναξιοπρέπειας στον πολιτικό μας βίο υπάρχουν πολλά και στο παρελθόν και μάλιστα, όχι μόνο του κυβερνώντος κόμματος αλλά και άλλων κυβερνώντων ή μη κομμάτων. Το γεγονός ότι μπορεί αυτά να είναι πολλά και κατανεμημένα σε όλους τους πολιτικούς χώρους, μπορεί εύκολα να μας οδηγήσει σε μια μηδενιστική, παθητική, ή άλλη άποψη και θέση τύπου "δε βαριέσαι". Η όποια δημιουργική και κυριολεκτικά προοδευτική άποψη, όμως, οφείλει να μας φέρει, κριτές και αυτοκρινόμενους, προ των ευθυνών μας για έναν κόσμο στον οποίο "δεν θα θέλαμε να ζήσουν τα παιδιά μας", όπως τόσο συχνά ακούμε να λένε οι πολιτικοί.

Αν δεχόμαστε ότι η προσωπική μας ευδαιμονία θα πρέπει να συνδέεται, για άλλους περισσότερο για άλλους λιγότερο, με την πορεία ενός πολιτικού άρματος ανεξαρτήτως χρώματος και μοντέλου, τότε τα φαινόμενα αναξιοπρέπειας όπως εκείνα της 24ης Ιανουαρίου τρέχοντος έτους, μπορούν να μας γεμίζουν είτε με "χαρά" αν είμαστε με τους "άλλους", είτε με λύπη, αν είμαστε με "μας". Στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν αποκλείεται και να μας χαροποιούν, όμως με άλλη έννοια, αυτή της εξόντωσης της "αντίπαλης" κομματικής ομάδας. Τότε, δεν μας ενοχλεί ούτε η μη παραίτηση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας όταν 80 άτομα χάνουν τη ζωή τους σε ελληνική θάλασσα, ούτε η μη παραίτηση του Υπουργού Υγείας όταν τα ελικόπτερα του ΕΚΑΒ πέφτουν, ούτε, γενικώς, η πάσης φύσεως και με πολλές εκφράσεις αναλγησία των στην καλύτερη περίπτωση μετρίων και αναποτελεσματικών της εξουσίας, οι οποίοι ποτέ δεν είναι τόσο αξιοπρεπείς ώστε να δηλώσουν υπεύθυνοι, ακόμη και όταν δεν είναι, και ασφαλώς, δεν αναφερόμαστε μόνο στους Υπουργούς αλλά σε όλη την ιεραρχία.

Σε τέτοιες περιπτώσεις δεχόμαστε όχι απλώς αδιαμαρτύρητα, αλλά χωρίς καν να το αντιληφθούμε, να το υποψιαστούμε, ή να θέλουμε να το γνωρίζουμε, το γεγονός ότι την άποψή μας την διαμορφώνουν τα ίδια κέντρα που πολλάκις και ποικιλοτρόπως εκπορνεύουν την αξιοπρέπεια της πολιτικής. Σκύβουμε μέσα στο μικρόκοσμό μας, αναζητώντας σωσίβιο στην κατανάλωση, στην δήθεν ιδεολογική απομόνωση και στην εν γένει "διαφορετικότητά μας" από τους άλλους οι οποίοι, αυτοί και όχι εμείς, (πιστεύουμε πως) είναι τα θύματα της όλης κατάστασης. Μπορεί να μην το παραδεχόμαστε, αλλά καταπατάμε την αυτοεκτίμηση και την δική μας αξιοπρέπεια, όχι μόνο γιατί δεν "επαναστατούμε", αλλά για έναν πολύ σημαντικότερο και πολύ πιο έγκυρο λόγο: γιατί κατά βάθος δεχόμαστε ότι δεν έχουμε επιλογή.

Κατά βάθος ξέρουμε ότι είτε με την μία είτε με την άλλη ομάδα θα πάμε όταν έρθει το "δια ταύτα", υιοθετώντας ευφυολογήματα που από χρόνια έχει εισάγει η επιστήμη του ελέγχου των μαζών όπως το "ο λιγότερο κακός" και διάφορα άλλα. Κατά βάθος δεν μπαίνουμε καν στον κόπο να αποκτήσουμε άλλη επιλογή. Αυτό είναι το πραγματικό μας δράμα. Δεν τολμούμε καν να διανοηθούμε τον πολιτικό μας βίο διαφορετικό απ' ό,τι σήμερα είναι και δεν μπορούμε να φανταστούμε, την όποια μπλε ή πράσινη "ανανεωμένη" πολιτική μας ζωή χωρίς τα παχύδερμα που εμείς οι ίδιοι, χρόνια τώρα, εκτρέφουμε. Αυτή, λοιπόν, η πολιτική ζωή δεν είναι αναξιοπρεπής μόνο επειδή την βλέπουμε να είναι όπως είναι. Είναι, πάνω απ' όλα, γιατί εμείς οι ίδιοι δεν αναγνωρίζουμε στον εαυτό μας το δικαίωμα της αξιοπρέπειας και της απλής λογικής Διότι, πάνω απ' όλα, το 90% υμών και ημών, εναποθέτει την αξιοπρέπειά του στο χρώμα μιας ποδοσφαιρικής ομάδας που δεν θέλει να γνωρίζει ότι πλέον έχει γίνει Ανώνυμη Εταιρία.