[Περιοδικό ne.o. - Τεύχος 88 - Δεκέμβριος 2008]
Ως γνωστόν, το σύνολο των συνθηκών που αποδεχόμαστε ως πραγματικότητα την εποχή αυτή, φαίνεται να συγκλίνουν στο ότι βρισκόμαστε σε περίοδο κρίσης. Όλα τα μέσα που εκπέμπουν κάποιο μήνυμα, μας υπαγορεύουν όσα χρειάζεται για να συνειδητοποιούμε την κατάσταση αυτή ως τέτοια, και μάλιστα σε όλες τις κλίμακες: από την καθημερινότητα της διπλανής πόρτας, μέχρι τις αναλύσεις κάθε είδους περί της διεθνούς οικονομικής κατάστασης. Δίπλα σε αυτά, οι "τοπικές" ιστορίες που περιλαμβάνουν σε περίοπτη θέση τις καθημερινές -πλέον- δημοσκοπήσεις και (αλίμονο) τα περί "Βατοπεδίου" και άλλων ιερών δαιμονίων.
Οι πολιτικοί Αρχοντες φαίνονται -και μάλλον είναι- μουδιασμένοι. Από πού να πιαστούν, αλήθεια; Από τον ανώνυμο πολίτη-πελάτη του συστήματος; Αυτόν που η μόνη πραγματική καταναλωτική συνείδηση που επιδεικνύει είναι αυτή του καταναλωτή ρουσφετιών και "μέτρων" για την άμεση και ανέξοδη βελτίωση της καθημερινότητας με μόνο αντάλλαγμα την ψήφο του; Που υπογράφει το "δάνειο" για το "σπίτι", πρακτικά άνευ όρων και κατόπιν πριμοδοτεί την "πολιτική κατάσταση" που θα του επιτρέπει να το ξεπληρώνει και να ζει με τα "μαύρα"; Όχι, από αυτόν μάλλον δεν μπορούν να περιμένουν πολλά οι Αρχοντες…
Οι Σύμβουλοι πρέπει να δοκιμάζουν τη φαντασία τους γράφοντας λόγια και διατυπώσεις που να μπορούν να λεχθούν στις παρούσες συνθήκες, χωρίς, όπως πάντα, στην πραγματικότητα να έχουν κάποιο νόημα. Λόγια που σε ελεύθερη απόδοση λένε: "Εμείς είμαστε Εμείς, τώρα είναι η ώρα του λαού, όλοι μαζί, για το αύριο, για την Ελλάδα που μας αξίζει" και άλλες κενές ανοησίες. Επικαλούνται προτάσεις και μέτρα παντός τύπου με μοναδικό κριτήριο το πολιτικό κόστος, και χωρίς πραγματικά να τολμούν το παραμικρό. Μόνο που στο "Βατοπέδιο" εμπλέκεται και κάποιος άλλος, ο οποίος εδώ και εκατοντάδες χρόνια βρίσκεται "εξ ορισμού" και αξιωματικά στο απυρόβλητο: η Εκκλησία. Εδώ έχουν θέσεις δηλώσεις του τύπου "σεβόμαστε τη θρησκεία και το δικαίωμα σε αυτή". Ας υποθέσουμε ότι έγιναν και ας προχωρήσουμε.
Για ποιο λόγο δεν δημεύονται οι περιουσίες που απέκτησαν οι Μονές και τα Ιδρύματα με τέτοιους τρόπους; Τι σημαίνει "περιουσία της Μονής"; Τι "φιλανθρωπικό έργο" είναι αυτό που απαιτεί μισό δισεκατομμύριο Ευρώ και μιλάμε για μία μόνο από ενδεχομένως δεκάδες αν όχι περισσότερες περιπτώσεις οι οποίες είναι άγνωστες; Πού ανακοινώνεται το έργο αυτό για να το μάθουν όλοι; Ποια είναι η πραγματική έκταση του φαινομένου πανελλαδικά; Ποια είναι η επίσημη θέση της Ελληνικής Εκκλησίας; Απαντήσεις δεν περιμένουμε, βέβαια, σε όλα αυτά. Ούτε περιμένουμε να τεθούν σοβαρά τέτοια θέματα από τα κρατικά ΜΜΕ, ή από αυτά που ανήκουν στους ομίλους που είναι μέρος της εξουσίας.
Όταν μάλιστα τίθεται δημόσια έστω ένα μικρό ερώτημα, έτσι, για να διασκεδάζεται το κοινό αίσθημα, διευκρινίζεται προς κάθε κατεύθυνση ότι "δεν μιλάμε για την Εκκλησία, γιατί η εκκλησία δεν είναι στο σύνολό της τέτοια, εδώ πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση" και άλλα σχετικά. Κανείς δεν τολμά να θέσει και πολύ περισσότερο να εφαρμόσει προς την κοσμική οργάνωση που λέγεται Εκκλησία το παραμικρό που να την φέρνει σε (οικονομική) δυσφορία. Όπως για παράδειγμα να αναλάβει να πληρώνει η ίδια η Εκκλησία τους κληρικούς και τα λοιπά έξοδα που σήμερα καλύπτει η Πολιτεία. Υπάρχει μεγαλύτερο φιλανθρωπικό έργο που να μπορεί να επιτελεστεί αυτή την εποχή σε μια χώρα όπως η δική μας; Πόσο μεγάλη είναι η περιουσία που η Εκκλησία απέκτησε την εποχή της Τουρκοκρατίας από δωρεές Ελλήνων που προσπαθούσαν να τη σώσουν από "τους Τούρκους"; Πόση είναι σήμερα και τι έσοδα αποφέρει; Για ποιο λόγο η Πολιτεία εξακολουθεί να της καλύπτει τα έξοδα; Για ποιο λόγο οποιαδήποτε τέτοια αναφορά, εκλαμβάνεται ως επίθεση ενάντια στη Θρησκεία και το "Θεό τον ίδιο" και κατόπιν τούτου "κατακεραυνώνεται" από τους μαυροφόρους κατά τα άλλα ανθρώπους του Θεού;
Είναι μερικά πράγματα που "επιτρέπεται" να λέγονται και μερικά άλλα που δεν επιτρέπεται. Ενίοτε η απαγόρευση θωρακίζεται από τον έσχατο φόβο απέναντι στο θάνατο που θεμελιώνει τις θρησκείες οι οποίες με τη σειρά τους θεμελιώνουν πάνω του τις επίγειες εξουσίες τους. Η επιλογή είναι ελεύθερη, όμως ο εν αρχή ων Λόγος του Ευαγγελίου του Ιωάννη είναι ο συμβολισμός του χαρίσματος της Λογικής, από το οποίο δεν είμαστε έτοιμοι να παραιτηθούμε επικαλούμενοι μια αυθαίρετη αξιωματική πίστη μιας ομάδας αυτοαποκαλούμενων ανθρώπων του Θεού, ιδιαίτερα όταν αυτή επιδεικνύει τη συγκεκριμένη συμπεριφορά. "Ουαί υμίν", για να χρησιμοποιήσουμε τα δικά τους λόγια.
Και για να μην ξεχνιόμαστε: Καλά και καταναλωτικά Χριστούγεννα!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
25.11.08
1.10.07
Περί κρίσης και κρίσεων
(Περιοδικό ne.o. - Τεύχος 75 - Οκτώβριος 2007)
Το διάστημα που πέρασε υπήρξε πλούσιο σε επικαιρότητα όσο λίγες άλλες περίοδοι εδώ και αρκετά χρόνια. Καθένα από τα γεγονότα που συνέβησαν αλλά κυρίως οι πυρκαγιές, οι εκλογές και οι εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ έχει τη δική του σημειολογία και αποτελεί αντικείμενο αυτοτελούς ή γενικότερης μελέτης ανάλογα με το χαρακτήρα της προσέγγισης και, ασφαλώς, με τον μελετητή. Η πολιτική ανάλυση σύμφωνα με την οποία οι πυρκαγιές καταδεικνύουν την εγκληματική ανικανότητα της κυβέρνησης η οποία παρόλα αυτά δεν τιμωρήθηκε στις εκλογές λόγω της ανεπάρκειας της ηγεσίας ή/και της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ, είναι εντελώς επιφανειακή, όπως άλλωστε είναι και η άλλη ανάγνωση των γεγονότων, σύμφωνα με την οποία οι πυρκαγιές ήταν φαινόμενο επίθεσης εχθρικών δυνάμεων την οποία προσπάθησε να αντιμετωπίσει με κάθε μέσο η κυβέρνηση και παρά την αντιπολιτευτική συμπεριφορά του ΠΑΣΟΚ, σε κάποιο βαθμό το πέτυχε πράγμα που, σε συνδυασμό με τη γενικότερη εικόνα της, της έδωσε και τη δεύτερη ευκαιρία στις εκλογές.
Η απάντηση στο ερώτημα "ποιος ο κοινός παρανομαστής" όλων των παραπάνω γεγονότων είναι απλή: είναι οι πολίτες αυτής της χώρας, με τις ιστορικές τους καταβολές και την κρίση που διαμορφώνουν με βάση την εκπαίδευση που έλαβαν καθώς και με τις ευρύτερες επικοινωνιακές επιρροές που δέχονται. Με αφορμή τη μεγαλύτερη οικολογική καταστροφή που γνώρισε ποτέ η χώρα, θα περίμενε κανείς να είναι σχήμα λόγου η διατύπωση "ο κόσμος να καίγεται, εγώ ψηφίσω Καραμανλή". Είναι, όμως, κυριολεξία, η οποία δεν πηγάζει μόνο από την κρίση των ψηφοφόρων σχετικά με την ικανότητα εν προκειμένω του Καραμανλή σε σχέση με τον Παπανδρέου. Πηγάζει και από το ασυνείδητο ενοχικό αίσθημα του ανώνυμου Ελληνα πολίτη. Και εξηγούμαστε.
Εδώ και δεκαετίες, και σίγουρα όχι αδίκως, η λειτουργία της εξουσίας στη χώρα μας έχει ταυτιστεί με την "μαύρη αντίδραση" που δημιούργησε τις εξορίες, τις δικτατορίες, την καταστολή και πλήθος άλλων δεινών. Η αντίδραση αυτή, αντί μεταπολιτευτικά να οδηγήσει σε συνειδητοποιημένες και άρα αυτοπεριοριζόμενες δημοκρατικές διαδικασίες σε επίπεδο κράτους αλλά και κάθε πολίτη ατομικά, εκφυλίστηκε σε μια δήθεν ελευθεριότητα στο όνομα μάλιστα της προοδευτικότητας. Το "κάνω ό,τι θέλω και το ανταλλάσσω με την ψήφο μου" είναι το σλόγκαν της μεταπολιτευτικής Ελλάδας της "Αλλαγής" το οποίο είναι ορατό παντού, από την πολεοδομική μέχρι την οδική συμπεριφορά μας. Αν "υπήρχε κράτος", όπως διαμαρτύρονταν οι ...νομάρχες και λοιποί τοπικοί άρχοντες των περιοχών που καίγονταν, το πιο πιθανό είναι ότι οι περιοχές τους δεν θα είχαν τα χάλια που έχουν. Ομως το κράτος δεν υπήρχε όχι γιατί εκδηλώθηκε η αναποτελεσματικότητα που όλοι είδαμε: αυτό είναι το αποτέλεσμα. Η αιτία κατά την άποψη του γράφοντος είναι ότι οι πολίτες οι ίδιοι επέλεξαν εδώ και χρόνια να εκλέγουν εκπροσώπους που θα τους βοηθήσουν "να κάνουν τη δουλειά τους" και όχι που θα δημιουργήσουν πάνω απ' όλα δημοκρατική συνείδηση η οποία θα έθετε μόνη της τα όρια της ελευθερίας και της αντίληψης της ανάπτυξης χωρίς την υποκρισία και την έως εκφυλισμού κατάχρηση της έννοιας "δημοκρατία".
Με απλά λόγια, από το καλοκαίρι και μετά όλοι οι πολίτες της χώρας αυτής γεύτηκαν τα αποτελέσματα των επιλογών τους ως προς το κράτος: να είναι όσο ανύπαρκτο γίνεται, ώστε αυτοί να δρουν "ελεύθεροι" και ανενόχλητοι. Από το κράτος της βίαιης καταστολής, περάσαμε στο κράτος του "ό,τι θέλουμε κάνουμε". Ε, λοιπόν, χωρίς να υποστηρίζουμε την επιστροφή σε κανένα από τα καθεστώτα του παρελθόντος, ένα τέτοιο κράτος δεν είναι αποτελεσματικό στη διαχείριση κρίσεων και αυτή η αναποτελεσματικότητα δεν οφείλεται στην τελευταία κυβέρνηση, αλλά στις επιλογές του συλλογικού μας ασυνείδητου, που χρονολογούνται κατ' άλλους μέχρι την τουρκοκρατία, και κατ άλλους από καταβολής κόσμου. Είναι το κράτος-καθρέφτης όσων χτίζουν στο ρέμα παρακάμπτοντας, όλοι ξέρουν πώς, την νομιμότητα, και στη συνέχεια διαμαρτύρονται για την ανυπαρξία του όταν πλημμυρίζουν. Αν υπήρχε κράτος να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις κρίσεις του καλοκαιριού, τότε δεν θα μπορούσε κανείς να λειτουργεί με τη "μαγκιά του" που καταχρηστικά βαπτίστηκε "δημοκρατία".
Αυτό το γνωρίζουν αρκετοί και ίσως περισσότερο οι αρχηγοί της αξιωματικής αντιπολίτευσης η οποία τιμωρημένη από την κοινή γνώμη βιώνει το δικό της δράμα το οποίο και πάλι είναι καθρέφτης της ίδιας νοοτροπίας: η εξουσία που επιδιώκεται ως αυτοσκοπός μιας εξόχως ετερογενούς ομάδας, είναι δύναμη συνοχής μόνο όταν υπάρχει. Οταν χάνεται, τότε ξεκινούν εκρηκτικές διεργασίες οι οποίες δυνητικά, αλλά όχι με βεβαιότητα, θα οδηγήσουν μπροστά τις εξελίξεις. Με τις υγείες μας...
Το διάστημα που πέρασε υπήρξε πλούσιο σε επικαιρότητα όσο λίγες άλλες περίοδοι εδώ και αρκετά χρόνια. Καθένα από τα γεγονότα που συνέβησαν αλλά κυρίως οι πυρκαγιές, οι εκλογές και οι εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ έχει τη δική του σημειολογία και αποτελεί αντικείμενο αυτοτελούς ή γενικότερης μελέτης ανάλογα με το χαρακτήρα της προσέγγισης και, ασφαλώς, με τον μελετητή. Η πολιτική ανάλυση σύμφωνα με την οποία οι πυρκαγιές καταδεικνύουν την εγκληματική ανικανότητα της κυβέρνησης η οποία παρόλα αυτά δεν τιμωρήθηκε στις εκλογές λόγω της ανεπάρκειας της ηγεσίας ή/και της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ, είναι εντελώς επιφανειακή, όπως άλλωστε είναι και η άλλη ανάγνωση των γεγονότων, σύμφωνα με την οποία οι πυρκαγιές ήταν φαινόμενο επίθεσης εχθρικών δυνάμεων την οποία προσπάθησε να αντιμετωπίσει με κάθε μέσο η κυβέρνηση και παρά την αντιπολιτευτική συμπεριφορά του ΠΑΣΟΚ, σε κάποιο βαθμό το πέτυχε πράγμα που, σε συνδυασμό με τη γενικότερη εικόνα της, της έδωσε και τη δεύτερη ευκαιρία στις εκλογές.
Η απάντηση στο ερώτημα "ποιος ο κοινός παρανομαστής" όλων των παραπάνω γεγονότων είναι απλή: είναι οι πολίτες αυτής της χώρας, με τις ιστορικές τους καταβολές και την κρίση που διαμορφώνουν με βάση την εκπαίδευση που έλαβαν καθώς και με τις ευρύτερες επικοινωνιακές επιρροές που δέχονται. Με αφορμή τη μεγαλύτερη οικολογική καταστροφή που γνώρισε ποτέ η χώρα, θα περίμενε κανείς να είναι σχήμα λόγου η διατύπωση "ο κόσμος να καίγεται, εγώ ψηφίσω Καραμανλή". Είναι, όμως, κυριολεξία, η οποία δεν πηγάζει μόνο από την κρίση των ψηφοφόρων σχετικά με την ικανότητα εν προκειμένω του Καραμανλή σε σχέση με τον Παπανδρέου. Πηγάζει και από το ασυνείδητο ενοχικό αίσθημα του ανώνυμου Ελληνα πολίτη. Και εξηγούμαστε.
Εδώ και δεκαετίες, και σίγουρα όχι αδίκως, η λειτουργία της εξουσίας στη χώρα μας έχει ταυτιστεί με την "μαύρη αντίδραση" που δημιούργησε τις εξορίες, τις δικτατορίες, την καταστολή και πλήθος άλλων δεινών. Η αντίδραση αυτή, αντί μεταπολιτευτικά να οδηγήσει σε συνειδητοποιημένες και άρα αυτοπεριοριζόμενες δημοκρατικές διαδικασίες σε επίπεδο κράτους αλλά και κάθε πολίτη ατομικά, εκφυλίστηκε σε μια δήθεν ελευθεριότητα στο όνομα μάλιστα της προοδευτικότητας. Το "κάνω ό,τι θέλω και το ανταλλάσσω με την ψήφο μου" είναι το σλόγκαν της μεταπολιτευτικής Ελλάδας της "Αλλαγής" το οποίο είναι ορατό παντού, από την πολεοδομική μέχρι την οδική συμπεριφορά μας. Αν "υπήρχε κράτος", όπως διαμαρτύρονταν οι ...νομάρχες και λοιποί τοπικοί άρχοντες των περιοχών που καίγονταν, το πιο πιθανό είναι ότι οι περιοχές τους δεν θα είχαν τα χάλια που έχουν. Ομως το κράτος δεν υπήρχε όχι γιατί εκδηλώθηκε η αναποτελεσματικότητα που όλοι είδαμε: αυτό είναι το αποτέλεσμα. Η αιτία κατά την άποψη του γράφοντος είναι ότι οι πολίτες οι ίδιοι επέλεξαν εδώ και χρόνια να εκλέγουν εκπροσώπους που θα τους βοηθήσουν "να κάνουν τη δουλειά τους" και όχι που θα δημιουργήσουν πάνω απ' όλα δημοκρατική συνείδηση η οποία θα έθετε μόνη της τα όρια της ελευθερίας και της αντίληψης της ανάπτυξης χωρίς την υποκρισία και την έως εκφυλισμού κατάχρηση της έννοιας "δημοκρατία".
Με απλά λόγια, από το καλοκαίρι και μετά όλοι οι πολίτες της χώρας αυτής γεύτηκαν τα αποτελέσματα των επιλογών τους ως προς το κράτος: να είναι όσο ανύπαρκτο γίνεται, ώστε αυτοί να δρουν "ελεύθεροι" και ανενόχλητοι. Από το κράτος της βίαιης καταστολής, περάσαμε στο κράτος του "ό,τι θέλουμε κάνουμε". Ε, λοιπόν, χωρίς να υποστηρίζουμε την επιστροφή σε κανένα από τα καθεστώτα του παρελθόντος, ένα τέτοιο κράτος δεν είναι αποτελεσματικό στη διαχείριση κρίσεων και αυτή η αναποτελεσματικότητα δεν οφείλεται στην τελευταία κυβέρνηση, αλλά στις επιλογές του συλλογικού μας ασυνείδητου, που χρονολογούνται κατ' άλλους μέχρι την τουρκοκρατία, και κατ άλλους από καταβολής κόσμου. Είναι το κράτος-καθρέφτης όσων χτίζουν στο ρέμα παρακάμπτοντας, όλοι ξέρουν πώς, την νομιμότητα, και στη συνέχεια διαμαρτύρονται για την ανυπαρξία του όταν πλημμυρίζουν. Αν υπήρχε κράτος να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις κρίσεις του καλοκαιριού, τότε δεν θα μπορούσε κανείς να λειτουργεί με τη "μαγκιά του" που καταχρηστικά βαπτίστηκε "δημοκρατία".
Αυτό το γνωρίζουν αρκετοί και ίσως περισσότερο οι αρχηγοί της αξιωματικής αντιπολίτευσης η οποία τιμωρημένη από την κοινή γνώμη βιώνει το δικό της δράμα το οποίο και πάλι είναι καθρέφτης της ίδιας νοοτροπίας: η εξουσία που επιδιώκεται ως αυτοσκοπός μιας εξόχως ετερογενούς ομάδας, είναι δύναμη συνοχής μόνο όταν υπάρχει. Οταν χάνεται, τότε ξεκινούν εκρηκτικές διεργασίες οι οποίες δυνητικά, αλλά όχι με βεβαιότητα, θα οδηγήσουν μπροστά τις εξελίξεις. Με τις υγείες μας...
1.8.07
Δασικά "είδη"
(Περιοδικό ne.o. - Τεύχος 74 - Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2007)
Τα τελευταία γεγονότα στην Πάρνηθα και στην υπόλοιπη χώρα ανέτρεψαν τη διάθεση για ένα "καλοκαιρινό" θέμα. Αυτό που κάνει την κατάσταση των δασών θλιβερή δεν είναι μόνο η καταστροφή τους από φυσικές ή τεχνητές πυρκαγιές. Είναι το γεγονός ότι αρμόδιοι για την αντιμετώπιση του προβλήματος είναι οι ίδιοι ανεπαρκείς τύποι, των οποίων, ως φαίνεται, η ξύλινη γλώσσα και η περισσότερο ξύλινη συμπεριφορά δεν καίγονται από καμία πυρκαγιά. Το πρόβλημα των δασών και του περιβάλλοντος ευρύτερα, δεν είναι εύκολο να οριοθετηθεί με ξύλινη πολιτική ή τεχνοκρατική προσέγγιση. Χρειάζονται ευέλικτα μυαλά που μπορούν να δουν μέσα από τη μικρότητα της διάρκειας της ανθρώπινης ζωής, με τόλμη, και έξω από δήθεν οικολογικούς δήθεν αριστερισμούς του καναπέ.
"Ακούγεται" ότι το ελατοδάσος θα πάρει τουλάχιστον 100 χρόνια για να γίνει όπως ήταν, με την παραδοχή ότι το κλίμα θα παραμείνει ίδιο και ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά θα είναι η δέουσα. "Δεν υπάρχουν αποδείξεις" ότι το κλίμα αλλάζει, λένε κάποιοι. Ισως, αλλά εφόσον είναι έτσι, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι όταν υπάρξουν αποδείξεις, θα είναι πολύ αργά για να αποφασίσουμε ότι το έλατο δεν μπορεί να ξαναφυτρώσει στην Πάρνηθα. Ας επιλέξουμε κάτι άλλο, έστω ένα είδος που αν και "ξένο" προς το συγκεκριμενο περιβάλλον είναι ανθεκτικό και φυτρώνει γρήγορα. Η φυσική εξέλιξη περιλαμβάνει την απώλεια των ειδών χλωρίδας και πανίδας και το μόνο είδος που θέτει ζητήματα "πολιτικής ορθότητας" στη διαδικασία αυτή είναι ο ίδιος ο καταστροφέας του περιβάλλοντος, δηλαδή εμείς. Η οικολογική ευαισθησία δεν μπορεί να οριοθετείται από το "δεν είδα - δεν άκουσα - εγώ θέλω το δάσος όπως ήταν". Τότε δεν είναι ούτε οικολογική, ούτε ευαισθησία.
Ενα άλλο είδος ξύλου που δεν απειλείται με εξαφάνιση είναι, όπως είπαμε, ο πολιτικός λόγος. Μάθαμε ότι επί ΠΑΣΟΚ δεν καίγονται τα δάση, ότι υπάρχουν σχέδια εμπρησμών και ανικανότητα της κυβέρνησης να τα αντιμετωπίσει. Επίσης μάθαμε ότι τις φωτιές τις βάζουν όσοι θέλουν να αποσταθεροποιήσουν την κυβέρνηση και να την κάνουν να φανεί ανίκανη. Εδω που τα λέμε, αν θα έπρεπε να διαλεξουμε κάτι από τα δύο ως πιθανότερο, διαλέγουμε το δεύτερο. Αλλά στους πολιτικούς δεν αξίζει να αναφερθούμε περισσότερο, διότι έτσι συμπεριφέρονται παντού, σε τελική ανάλυση τους επιλέγουμε και, δεν μπορεί, μάλλον ηδονιζόμαστε να τους ακούμε να μιλάνε.
Αναφορά αξίζει σε κάποιους από τους επιτελάρχες. Τους ανθρώπους που αποφασίζουν για τον δήθεν σχεδιασμό αντιμετώπισης των φυσικών καταστροφών. Παρά την "αδικία" να παραμείνουν απείραχτοι οι πολιτικοί αν οι επιτελάρχες φύγουν, δυστυχώς κάποιοι από αυτούς είναι οι πρώτοι που πρέπει να πάνε σπίτια τους. Ενας κύριος που γνωρίζει μόνο την μάνικα ως μέσο αντιμετώπισης των πυρκαγιών δεν μπορεί να αποφασίζει για το σχεδιασμό τηε, όσο παληκάρι και να υπήρξε κάποτε ως χειριστής της μάνικας. Δυστυχώς, εν προκειμένω, η ματαιοδοξία και η αναλγησία συγκαταλέγονται επίσης ανάμεσα στα είδη που δεν απειλούνται.
Συμπάθεια αξίζει στους δασολόγους. Είναι μόνιμα παραπονεμένοι και εδώ που τα λέμε μάλλον έχουν δίκιο, όχι γιατί "τους πήραν την πυρόσβεση", αλλά γιατί είναι οι μόνοι που γνωρίζουν κάτι περισσότερο. Αρκεί να μας το προσφέρουν χωρίς πολλούς όρους και χωρίς τη μικρότητα που σε περιπτώσεις εκδηλώνουν. Ξέρουμε ότι οι πολιτικοί και οι επιτελάρχες θα τους πάρουν τη δόξα, γι αυτό και περιμένουμε μεγαλοψυχία από τους δασολόγους. Τελευταία θα αναφερθούμε στο είδος των επιχειρησιακών, αυτών που υλοποιούν με κίνδυνο και θυσία της ζωής τους τα μη-σχέδια των επιτελικών, με τους μη-πόρους των πολιτικών. Ευχόμαστε να έχουν κουράγιο και τύχη. Είναι παληκάρια, έχουν αποδείξει τη μεγαλοψυχία τους, και είναι οι τελευταίοι υπεύθυνοι της όποιας μη-κατάσβεσης.
Οσο για τους συμπολίτες μας που επιλέγον να λειτουργούν ως παράσιτα που αυθαιρετούν, κατόπιν αναζητούν "το Κράτος" και το τελευταίο τους ανταμοίβει νομιμοποιώντας τις αυθαιρεσίες, γι αυτούς δεν μπορούμε να αισθανθούμε συμπάθεια όταν η επένδυσή τους χάνει τον περιβάλλοντα χώρο της. Ο χώρος εδώ δεν μας επιτρέπει αναφορά σε περισσότερα "είδη", ούτε και να τεκμηριώσουμε περισσότερο τις "κατηγορίες" μας προς όλες τις κατευθύνσεις. Για το σκοπό αυτό φτιάξαμε το neo-views.blogspot.com. Περισσότερα εκεί. Καλές διακοπές...
Τα τελευταία γεγονότα στην Πάρνηθα και στην υπόλοιπη χώρα ανέτρεψαν τη διάθεση για ένα "καλοκαιρινό" θέμα. Αυτό που κάνει την κατάσταση των δασών θλιβερή δεν είναι μόνο η καταστροφή τους από φυσικές ή τεχνητές πυρκαγιές. Είναι το γεγονός ότι αρμόδιοι για την αντιμετώπιση του προβλήματος είναι οι ίδιοι ανεπαρκείς τύποι, των οποίων, ως φαίνεται, η ξύλινη γλώσσα και η περισσότερο ξύλινη συμπεριφορά δεν καίγονται από καμία πυρκαγιά. Το πρόβλημα των δασών και του περιβάλλοντος ευρύτερα, δεν είναι εύκολο να οριοθετηθεί με ξύλινη πολιτική ή τεχνοκρατική προσέγγιση. Χρειάζονται ευέλικτα μυαλά που μπορούν να δουν μέσα από τη μικρότητα της διάρκειας της ανθρώπινης ζωής, με τόλμη, και έξω από δήθεν οικολογικούς δήθεν αριστερισμούς του καναπέ.
"Ακούγεται" ότι το ελατοδάσος θα πάρει τουλάχιστον 100 χρόνια για να γίνει όπως ήταν, με την παραδοχή ότι το κλίμα θα παραμείνει ίδιο και ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά θα είναι η δέουσα. "Δεν υπάρχουν αποδείξεις" ότι το κλίμα αλλάζει, λένε κάποιοι. Ισως, αλλά εφόσον είναι έτσι, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι όταν υπάρξουν αποδείξεις, θα είναι πολύ αργά για να αποφασίσουμε ότι το έλατο δεν μπορεί να ξαναφυτρώσει στην Πάρνηθα. Ας επιλέξουμε κάτι άλλο, έστω ένα είδος που αν και "ξένο" προς το συγκεκριμενο περιβάλλον είναι ανθεκτικό και φυτρώνει γρήγορα. Η φυσική εξέλιξη περιλαμβάνει την απώλεια των ειδών χλωρίδας και πανίδας και το μόνο είδος που θέτει ζητήματα "πολιτικής ορθότητας" στη διαδικασία αυτή είναι ο ίδιος ο καταστροφέας του περιβάλλοντος, δηλαδή εμείς. Η οικολογική ευαισθησία δεν μπορεί να οριοθετείται από το "δεν είδα - δεν άκουσα - εγώ θέλω το δάσος όπως ήταν". Τότε δεν είναι ούτε οικολογική, ούτε ευαισθησία.
Ενα άλλο είδος ξύλου που δεν απειλείται με εξαφάνιση είναι, όπως είπαμε, ο πολιτικός λόγος. Μάθαμε ότι επί ΠΑΣΟΚ δεν καίγονται τα δάση, ότι υπάρχουν σχέδια εμπρησμών και ανικανότητα της κυβέρνησης να τα αντιμετωπίσει. Επίσης μάθαμε ότι τις φωτιές τις βάζουν όσοι θέλουν να αποσταθεροποιήσουν την κυβέρνηση και να την κάνουν να φανεί ανίκανη. Εδω που τα λέμε, αν θα έπρεπε να διαλεξουμε κάτι από τα δύο ως πιθανότερο, διαλέγουμε το δεύτερο. Αλλά στους πολιτικούς δεν αξίζει να αναφερθούμε περισσότερο, διότι έτσι συμπεριφέρονται παντού, σε τελική ανάλυση τους επιλέγουμε και, δεν μπορεί, μάλλον ηδονιζόμαστε να τους ακούμε να μιλάνε.
Αναφορά αξίζει σε κάποιους από τους επιτελάρχες. Τους ανθρώπους που αποφασίζουν για τον δήθεν σχεδιασμό αντιμετώπισης των φυσικών καταστροφών. Παρά την "αδικία" να παραμείνουν απείραχτοι οι πολιτικοί αν οι επιτελάρχες φύγουν, δυστυχώς κάποιοι από αυτούς είναι οι πρώτοι που πρέπει να πάνε σπίτια τους. Ενας κύριος που γνωρίζει μόνο την μάνικα ως μέσο αντιμετώπισης των πυρκαγιών δεν μπορεί να αποφασίζει για το σχεδιασμό τηε, όσο παληκάρι και να υπήρξε κάποτε ως χειριστής της μάνικας. Δυστυχώς, εν προκειμένω, η ματαιοδοξία και η αναλγησία συγκαταλέγονται επίσης ανάμεσα στα είδη που δεν απειλούνται.
Συμπάθεια αξίζει στους δασολόγους. Είναι μόνιμα παραπονεμένοι και εδώ που τα λέμε μάλλον έχουν δίκιο, όχι γιατί "τους πήραν την πυρόσβεση", αλλά γιατί είναι οι μόνοι που γνωρίζουν κάτι περισσότερο. Αρκεί να μας το προσφέρουν χωρίς πολλούς όρους και χωρίς τη μικρότητα που σε περιπτώσεις εκδηλώνουν. Ξέρουμε ότι οι πολιτικοί και οι επιτελάρχες θα τους πάρουν τη δόξα, γι αυτό και περιμένουμε μεγαλοψυχία από τους δασολόγους. Τελευταία θα αναφερθούμε στο είδος των επιχειρησιακών, αυτών που υλοποιούν με κίνδυνο και θυσία της ζωής τους τα μη-σχέδια των επιτελικών, με τους μη-πόρους των πολιτικών. Ευχόμαστε να έχουν κουράγιο και τύχη. Είναι παληκάρια, έχουν αποδείξει τη μεγαλοψυχία τους, και είναι οι τελευταίοι υπεύθυνοι της όποιας μη-κατάσβεσης.
Οσο για τους συμπολίτες μας που επιλέγον να λειτουργούν ως παράσιτα που αυθαιρετούν, κατόπιν αναζητούν "το Κράτος" και το τελευταίο τους ανταμοίβει νομιμοποιώντας τις αυθαιρεσίες, γι αυτούς δεν μπορούμε να αισθανθούμε συμπάθεια όταν η επένδυσή τους χάνει τον περιβάλλοντα χώρο της. Ο χώρος εδώ δεν μας επιτρέπει αναφορά σε περισσότερα "είδη", ούτε και να τεκμηριώσουμε περισσότερο τις "κατηγορίες" μας προς όλες τις κατευθύνσεις. Για το σκοπό αυτό φτιάξαμε το neo-views.blogspot.com. Περισσότερα εκεί. Καλές διακοπές...
1.5.07
Το κράτος που θέλουμε
(Περιοδικό ne.o. - Τεύχος 71 - Μάιος 2007)
Το "κράτος" είναι ίσως το πιο αγαπημένο θέμα των Ελλήνων όταν πρόκειται για ξέσπασμα, για ανάλυση και γενικώς για εκτόνωση. Τυπικές αγαπημένες φράσεις καφενείου που συχνά ακούγονται κατά τις πάσης μορφής τέτοιες εκτονώσεις είναι οι ακόλουθες: "Δεν είμαστε Κράτος", "Πού είναι το Κράτος;", "Το Κράτος ευθύνεται" και αρκετές άλλες, μάλλον περισσότερο απρεπείς για να αναφερθούν εδώ. Κοινός τόπος όλων, η αδυναμία εφαρμογής των κοινών κανόνων που θεωρητικά δεχόμαστε ότι πρέπει να ισχύουν, ώστε να υφίστανται και να αποδίδουν οι λειτουργίες του πολιτεύματος, της οικονομίας και του πολιτισμού, αποπνέοντας μια αίσθηση δικαιοσύνης, ασφάλειας και ισορροπίας προς τον Πολίτη. Η αδυναμία αυτή συνήθως αποδίδεται σε κάτι γενικό, απρόσωπο και ίσως απροσδιόριστο, που μάλλον καταχρηστικά ταυτίζεται με το Κράτος με την θεσμική έννοια του όρου. Ακόμη και μια πρόχειρη και ερασιτεχνική συλλογική ψυχαναλυτική προσέγγιση, εύκολα εντοπίζει πλήθος αντιφάσεων που τελικά φαίνεται να μας χαρακτηρίζουν ως γένος και τις οποίες ίσως είναι καλό να μάθουμε τουλάχιστον να αναγνωρίζουμε.
Παραδείγματα τέτοιων αντιφάσεων υπάρχουν πολλά: Μερικοί νόμοι δεν (πρέπει να ) ισχύουν για "εμάς", με αιτιολογία ότι και άλλοι δεν τους τηρούν. Είτε πρόκειται για τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας, είτε για ολόκληρο το φορολογικό σύστημα, η εφαρμογή τέτοιων νόμων στην "δική μας" περίπτωση, όταν φτάνει να είναι αναπόφευκτη, μας δημιουργεί αίσθημα αδικίας και όχι αντίληψη δικαίου. Αλλο παράδειγμα: Πολλά από τα κάθε είδους όρια δεν γίνονται σεβαστά διότι -τελικά- η θέσπισή τους γίνεται από άτομα ή μηχανισμούς την καταλληλότητα και επάρκεια των οποίων δεν αναγνωρίζουμε. Παρά, όμως, το γεγονός αυτό, η παράκαμψη (υπέρβαση;) των ορίων, η οποία μάλιστα ανάγεται σε κατόρθωμα, γίνεται με τρόπο που υποκλίνεται στους μηχανισμούς και τα πρόσωπα που δεν αναγνωρίζουμε ως θεσπιστές ορίων. Οταν "σβήνουμε" μια κλήση, όταν "περνάμε" την πολεοδομική μας αυθαιρεσία, ή όταν αποφεύγουμε τον φορολογικό έλεγχο με τον γνωστό πλην ακατονόμαστο τρόπο, στην πραγματικότητα αποδίδουμε εξουσία σε εκείνους ακριβώς που δεν αναγνωρίζουμε ως θεσμούς, μηχανισμούς και πρόσωπα άσκησης της ίδιας εξουσίας που μας δημιούργησε αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως πρόβλημα.
Κοντολογίς, τόσο η αντίδρασή μας στο κακό κράτος, όσο και η ανάλυση που τη συνοδεύει, χαρακτηρίζεται η πρώτη από υπόκλιση στα χειρότερα από τα χαρακτηριστικά του κράτους, και η δεύτερη από αποστασιοποίηση του εγώ μας από τις ευθύνες και από ενοχοποίηση όλων των άλλων πλην ημών. Ενδιαφέρον είναι, επίσης, το γεγονός ότι κληρονομημένα σύνδρομα του παρελθόντος που ανατροφοδοτούν την κατάσταση, διέπουν τόσο το (όποιο) Κράτος, όσο και τους πολίτες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα για το κράτος είναι το "μεγάλο τζάκι" (μέτρο φορολογίας κατά τον 19ο αιώνα) του οποίου η κεντρική ιδέα εξακολουθεί να εφαρμόζεται στο "αντικειμενικό" φορολογικό μας σύστημα, ενώ χαρακτηριστικό παράδειγμα για τους πολίτες η σύνδεση της αστυνομίας με τη βίαιη επιβολή της εξουσίας από αντιδραστικές κυβερνήσεις του παρελθόντος που σχετίζονται με δικτατορίες, εξορίες και τα συναφή, ακόμη και όταν πρόκειται για παράβαση του κ.ο.κ..
Η εικόνα που συντίθεται από όλα αυτά είναι μάλλον ιδιάζουσα και αν κανείς αποστασιοποιηθεί, αρκετά αστεία. Η εύκολη κριτική των άλλων λαών όπου "υπάρχει κράτος" και αυτό είναι ορατό από την φορολογική μέχρι την οδική συμπεριφορά, καθώς και η κατάταξή τους στους "υποταγμένους" είναι τουλάχιστον ένδειξη συλλογικής ανοησίας και προχειρότητας. Διέξοδος δεν είναι ορατή, παρά μόνο είτε με το θρησκευτικό συμβολισμό της παρθενογέννεσης και την έλευση του πεφωτισμένου "σωτήρα", είτε με το συμβολισμό του Φοίνικα που πρώτα θα γίνει στάχτες και μετά θα αναγεννηθεί, τεχνικές που αμφότερες έχουν πλήρως ενσωματωθεί στα κόμματα εξουσίας.
Δικαιολογίες υπάρχουν πολλές: από την (σοβαρή) έλλειψη Παιδείας για την οποία όμως και πάλι δεν κάνουμε πολλά (μάλλον το αντίθετο), μέχρι την ...τουρκοκρατία. Δικαιολογίες στη θεωρία και την πράξη, που εμπλέκουν ο,τιδήποτε εκτός από την ατομική και συλλογική μας μικρότητα και ανεπάρκεια, του υπογράφοντος μη εξαιρουμένου. Επειδή, πάντως, οι επιλογές μας ίσως τελικά να είναι κατά τρόπο ασυνείδητο συνειδητές, η πραγματική αιτιολογία μπορεί να είναι πολύ απλή: έχουμε ακριβώς το κράτος που θέλουμε.
Το "κράτος" είναι ίσως το πιο αγαπημένο θέμα των Ελλήνων όταν πρόκειται για ξέσπασμα, για ανάλυση και γενικώς για εκτόνωση. Τυπικές αγαπημένες φράσεις καφενείου που συχνά ακούγονται κατά τις πάσης μορφής τέτοιες εκτονώσεις είναι οι ακόλουθες: "Δεν είμαστε Κράτος", "Πού είναι το Κράτος;", "Το Κράτος ευθύνεται" και αρκετές άλλες, μάλλον περισσότερο απρεπείς για να αναφερθούν εδώ. Κοινός τόπος όλων, η αδυναμία εφαρμογής των κοινών κανόνων που θεωρητικά δεχόμαστε ότι πρέπει να ισχύουν, ώστε να υφίστανται και να αποδίδουν οι λειτουργίες του πολιτεύματος, της οικονομίας και του πολιτισμού, αποπνέοντας μια αίσθηση δικαιοσύνης, ασφάλειας και ισορροπίας προς τον Πολίτη. Η αδυναμία αυτή συνήθως αποδίδεται σε κάτι γενικό, απρόσωπο και ίσως απροσδιόριστο, που μάλλον καταχρηστικά ταυτίζεται με το Κράτος με την θεσμική έννοια του όρου. Ακόμη και μια πρόχειρη και ερασιτεχνική συλλογική ψυχαναλυτική προσέγγιση, εύκολα εντοπίζει πλήθος αντιφάσεων που τελικά φαίνεται να μας χαρακτηρίζουν ως γένος και τις οποίες ίσως είναι καλό να μάθουμε τουλάχιστον να αναγνωρίζουμε.
Παραδείγματα τέτοιων αντιφάσεων υπάρχουν πολλά: Μερικοί νόμοι δεν (πρέπει να ) ισχύουν για "εμάς", με αιτιολογία ότι και άλλοι δεν τους τηρούν. Είτε πρόκειται για τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας, είτε για ολόκληρο το φορολογικό σύστημα, η εφαρμογή τέτοιων νόμων στην "δική μας" περίπτωση, όταν φτάνει να είναι αναπόφευκτη, μας δημιουργεί αίσθημα αδικίας και όχι αντίληψη δικαίου. Αλλο παράδειγμα: Πολλά από τα κάθε είδους όρια δεν γίνονται σεβαστά διότι -τελικά- η θέσπισή τους γίνεται από άτομα ή μηχανισμούς την καταλληλότητα και επάρκεια των οποίων δεν αναγνωρίζουμε. Παρά, όμως, το γεγονός αυτό, η παράκαμψη (υπέρβαση;) των ορίων, η οποία μάλιστα ανάγεται σε κατόρθωμα, γίνεται με τρόπο που υποκλίνεται στους μηχανισμούς και τα πρόσωπα που δεν αναγνωρίζουμε ως θεσπιστές ορίων. Οταν "σβήνουμε" μια κλήση, όταν "περνάμε" την πολεοδομική μας αυθαιρεσία, ή όταν αποφεύγουμε τον φορολογικό έλεγχο με τον γνωστό πλην ακατονόμαστο τρόπο, στην πραγματικότητα αποδίδουμε εξουσία σε εκείνους ακριβώς που δεν αναγνωρίζουμε ως θεσμούς, μηχανισμούς και πρόσωπα άσκησης της ίδιας εξουσίας που μας δημιούργησε αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως πρόβλημα.
Κοντολογίς, τόσο η αντίδρασή μας στο κακό κράτος, όσο και η ανάλυση που τη συνοδεύει, χαρακτηρίζεται η πρώτη από υπόκλιση στα χειρότερα από τα χαρακτηριστικά του κράτους, και η δεύτερη από αποστασιοποίηση του εγώ μας από τις ευθύνες και από ενοχοποίηση όλων των άλλων πλην ημών. Ενδιαφέρον είναι, επίσης, το γεγονός ότι κληρονομημένα σύνδρομα του παρελθόντος που ανατροφοδοτούν την κατάσταση, διέπουν τόσο το (όποιο) Κράτος, όσο και τους πολίτες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα για το κράτος είναι το "μεγάλο τζάκι" (μέτρο φορολογίας κατά τον 19ο αιώνα) του οποίου η κεντρική ιδέα εξακολουθεί να εφαρμόζεται στο "αντικειμενικό" φορολογικό μας σύστημα, ενώ χαρακτηριστικό παράδειγμα για τους πολίτες η σύνδεση της αστυνομίας με τη βίαιη επιβολή της εξουσίας από αντιδραστικές κυβερνήσεις του παρελθόντος που σχετίζονται με δικτατορίες, εξορίες και τα συναφή, ακόμη και όταν πρόκειται για παράβαση του κ.ο.κ..
Η εικόνα που συντίθεται από όλα αυτά είναι μάλλον ιδιάζουσα και αν κανείς αποστασιοποιηθεί, αρκετά αστεία. Η εύκολη κριτική των άλλων λαών όπου "υπάρχει κράτος" και αυτό είναι ορατό από την φορολογική μέχρι την οδική συμπεριφορά, καθώς και η κατάταξή τους στους "υποταγμένους" είναι τουλάχιστον ένδειξη συλλογικής ανοησίας και προχειρότητας. Διέξοδος δεν είναι ορατή, παρά μόνο είτε με το θρησκευτικό συμβολισμό της παρθενογέννεσης και την έλευση του πεφωτισμένου "σωτήρα", είτε με το συμβολισμό του Φοίνικα που πρώτα θα γίνει στάχτες και μετά θα αναγεννηθεί, τεχνικές που αμφότερες έχουν πλήρως ενσωματωθεί στα κόμματα εξουσίας.
Δικαιολογίες υπάρχουν πολλές: από την (σοβαρή) έλλειψη Παιδείας για την οποία όμως και πάλι δεν κάνουμε πολλά (μάλλον το αντίθετο), μέχρι την ...τουρκοκρατία. Δικαιολογίες στη θεωρία και την πράξη, που εμπλέκουν ο,τιδήποτε εκτός από την ατομική και συλλογική μας μικρότητα και ανεπάρκεια, του υπογράφοντος μη εξαιρουμένου. Επειδή, πάντως, οι επιλογές μας ίσως τελικά να είναι κατά τρόπο ασυνείδητο συνειδητές, η πραγματική αιτιολογία μπορεί να είναι πολύ απλή: έχουμε ακριβώς το κράτος που θέλουμε.
1.3.07
Συλλογική Υποκρισία
(Περιοδικό ne.o. - Τεύχος 69 - Μάρτιος 2007)
Ή και παραφροσύνη - διαλέξτε. Αυτός είναι ένας από τους προσήκοντες στην ελληνική πραγματικότητα χαρακτηρισμούς, με αφορμή τις εξελίξεις στο χώρο της Ανώτατης εκπαίδευσης. Λόγια χωρίς νόημα, φανατισμός μέχρις εσχάτων, υποκρισία, διπροσωπία και ξύλινη γλώσσα χαρακτηρίζουν τουλάχιστον τους περισσότερο "θορυβώδεις" εμπλεκόμενους. Ορατές και μη επιδιώξεις, επικοινωνιακά τεχνάσματα, και παντός είδους "χειρισμοί". Δήθεν ρεπορτάζ και δήθεν αναλύσεις από δήθεν δημοσιογράφους, στην πραγματικότητα εντολοδόχους υπαλλήλους μισθοδοτούμενους από επιχειρηματίες οι οποίοι, αν δεν έχουν δική τους ατζέντα, έχουν ανταλλάξιμο το αγαθό της ενημέρωσης για τις ατζέντες άλλων συναδέλφων τους.
Αποπροσανατολισμένη, αποσπασματική και υποκριτική η δήθεν αυθόρμητη αντίδραση της κοινής γνώμης, κατά παραγγελία η καταγραφή και αντιεπιστημονική η ερμηνεία αυτής από τις πάσης φύσεως σφυγμομετρήσεις. "Λογικά" όλα τα επιχειρήματα: αυτά που αναφέρονται στους κουκουλοφόρους, την απώλεια μαθημάτων, την κακή διαχείριση των πόρων, την εκλογή καθηγητών, την καταστροφή της δημόσιας περιουσίας, τους αιώνιους φοιτητές, την ανταγωνιστικότητα των αποφοίτων, τους φοιτητές που μεταναστεύουν για σπουδές αλλού, τη βάση του 10 και τόσα άλλα. Δεν θα αναπτύξουμε ούτε θα απαντήσουμε σε κανένα από αυτά διότι το ρόλο του "ποιητή εκ του προχείρου" δεν μπορούμε να τον παίξουμε με επιτυχία.
Θα επιχειρήσουμε να τεκμηριώσουμε την ομολογουμένως βαριά λέξη "υποκρισία" του τίτλου μας, την οποία την προσδίδουμε συνειδητά στον ανώνυμο "αϊ-σιχτιριστή" της εκπαιδευτικής πραγματικότητας, ο οποίος κάπου θέλει να αποδώσει την κακοδαιμονία τη δική του και των παιδιών του.
Ας δούμε λοιπόν ορισμένα ερωτήματα που δεν αναφέρονται ευθέως στην εκπαίδευση: Η κακοδιαχείριση της δημόσιας περιουσίας στα Πανεπιστήμια είναι η μοναδική ή έστω η μεγαλύτερη στην ελληνική πραγματικότητα; Η αντίδρασή μας στις υπόλοιπες περιπτώσεις είναι αντίστοιχη; Οι κουκουλοφόροι δρουν μόνο μέσα στο πανεπιστημιακό άσυλο; Παντού αλλού συλλαμβάνονται; Στα υπόλοιπα δημόσια αξιώματα (πλην αυτό του καθηγητή πανεπιστημίου) εκλέγονται οι άξιοι, οι ικανοί, και οι κατέχοντες την Αρετή; Οι αιώνιοι φοιτητές είναι τα μόνα "παράσιτα" που βαρύνουν δημόσιους προϋπολογισμούς; Οι φοιτητές που δεν βρίσκουν δουλειά πόσες ώρες πέρασαν μέσα στα αμφιθέατρα; Οι γονείς πολλών εξ αυτών δεν προσπάθησαν ποτέ να "τους βολέψουν κάπου" μέσω των "κυκλωμάτων" τους; Οι κακοί καθηγητές που δεν πατάνε στα μαθήματα, παίρνουν μισθό που τους επιτρέπει να ζήσουν; Οι περισσότερο κακοί καθηγητές που λειτουργούν ως επιχειρηματίες, είναι η μοναδική ή έστω η σημαντικότερη περίπτωση δημοσίων λειτουργών που αξιοποιούν τη θέση τους για προσωπικό όφελος; Αλήθεια, ο δημόσιος χαρακτήρας της εκπαίδευσης απειλείται μόνο στην τριτοβάθμια ή μήπως η ανώνυμη ελληνική "αϊ-σιχτιρίζουσα" οικογένεια, έχει από χρόνια αποδεχθεί ότι πρέπει να πληρώνει από τα βοηθήματα του δημοτικού μέχρι τα φροντιστήρια του λυκείου; Δεν είναι η πληρωμή η ισχυρότερη έμπρακτη αποδοχή της ανεπάρκειας του εκπαιδευτικού συστήματος από την αρχή του;
Η λίστα τέτοιων ερωτημάτων μπορεί να συνεχιστεί για πολύ, χωρίς κανείς να αρνείται ότι τα προσαπτόμενα στα Πανεπιστήμια είναι αβάσιμα ή αναληθή. Ωστόσο, ο τρόπος αντιμετώπισης των κακώς κειμένων, τόσο από τους νυν και τέως κυβερνώντες, όσο και από τους πολίτες, είναι δυσανάλογος προς εκείνον που εκδηλώνεται σε άλλα φαινόμενα σήψης στον υπόλοιπο δημόσιο βίο, αφήνοντας εκτός το γεγονός ότι οι πολιτικοί είναι εντελώς αναρμόδιοι έως ανεπαρκείς να χειριστούν το θέμα. Τι συμβαίνει, λοιπόν; Το άνοιγμα και ο έλεγχος της ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής αγοράς είναι μια ερμηνεία με αρκετή ευστοχία. Πίσω, όμως, από αυτό, κρύβεται η επιδίωξη της θεσμοθέτησης των μαζικών σπουδών της ημιμάθειας, από απαξιωμένους θεσμούς και εξαρτημένους λειτουργούς δημοσίων πανεπιστημίων, αλλά και από τα ορατά στους πολλούς ιδιωτικά εκπαιδευτήρια που απλά θα μετονομαστούν σε "πανεπιστήμια" για να παραμυθιάσουν τους πελάτες τους.
Οσο για την ερμηνεία της αντιμετώπισης του θέματος από τους πολλούς, δεν μπορούμε παρά να την παραβάλλουμε προς τη συμπεριφορά του αγράμματου άνεργου που δέρνει τη γυναίκα του και τα παιδιά του επειδή δεν μπορεί να καταλάβει τις αιτίες της κατάστασής του, ούτε και "τον παίρνει" να αντιδράσει αλλού. Υποκρίνεται, αλλά μόνο προς τον εαυτό του.
Ή και παραφροσύνη - διαλέξτε. Αυτός είναι ένας από τους προσήκοντες στην ελληνική πραγματικότητα χαρακτηρισμούς, με αφορμή τις εξελίξεις στο χώρο της Ανώτατης εκπαίδευσης. Λόγια χωρίς νόημα, φανατισμός μέχρις εσχάτων, υποκρισία, διπροσωπία και ξύλινη γλώσσα χαρακτηρίζουν τουλάχιστον τους περισσότερο "θορυβώδεις" εμπλεκόμενους. Ορατές και μη επιδιώξεις, επικοινωνιακά τεχνάσματα, και παντός είδους "χειρισμοί". Δήθεν ρεπορτάζ και δήθεν αναλύσεις από δήθεν δημοσιογράφους, στην πραγματικότητα εντολοδόχους υπαλλήλους μισθοδοτούμενους από επιχειρηματίες οι οποίοι, αν δεν έχουν δική τους ατζέντα, έχουν ανταλλάξιμο το αγαθό της ενημέρωσης για τις ατζέντες άλλων συναδέλφων τους.
Αποπροσανατολισμένη, αποσπασματική και υποκριτική η δήθεν αυθόρμητη αντίδραση της κοινής γνώμης, κατά παραγγελία η καταγραφή και αντιεπιστημονική η ερμηνεία αυτής από τις πάσης φύσεως σφυγμομετρήσεις. "Λογικά" όλα τα επιχειρήματα: αυτά που αναφέρονται στους κουκουλοφόρους, την απώλεια μαθημάτων, την κακή διαχείριση των πόρων, την εκλογή καθηγητών, την καταστροφή της δημόσιας περιουσίας, τους αιώνιους φοιτητές, την ανταγωνιστικότητα των αποφοίτων, τους φοιτητές που μεταναστεύουν για σπουδές αλλού, τη βάση του 10 και τόσα άλλα. Δεν θα αναπτύξουμε ούτε θα απαντήσουμε σε κανένα από αυτά διότι το ρόλο του "ποιητή εκ του προχείρου" δεν μπορούμε να τον παίξουμε με επιτυχία.
Θα επιχειρήσουμε να τεκμηριώσουμε την ομολογουμένως βαριά λέξη "υποκρισία" του τίτλου μας, την οποία την προσδίδουμε συνειδητά στον ανώνυμο "αϊ-σιχτιριστή" της εκπαιδευτικής πραγματικότητας, ο οποίος κάπου θέλει να αποδώσει την κακοδαιμονία τη δική του και των παιδιών του.
Ας δούμε λοιπόν ορισμένα ερωτήματα που δεν αναφέρονται ευθέως στην εκπαίδευση: Η κακοδιαχείριση της δημόσιας περιουσίας στα Πανεπιστήμια είναι η μοναδική ή έστω η μεγαλύτερη στην ελληνική πραγματικότητα; Η αντίδρασή μας στις υπόλοιπες περιπτώσεις είναι αντίστοιχη; Οι κουκουλοφόροι δρουν μόνο μέσα στο πανεπιστημιακό άσυλο; Παντού αλλού συλλαμβάνονται; Στα υπόλοιπα δημόσια αξιώματα (πλην αυτό του καθηγητή πανεπιστημίου) εκλέγονται οι άξιοι, οι ικανοί, και οι κατέχοντες την Αρετή; Οι αιώνιοι φοιτητές είναι τα μόνα "παράσιτα" που βαρύνουν δημόσιους προϋπολογισμούς; Οι φοιτητές που δεν βρίσκουν δουλειά πόσες ώρες πέρασαν μέσα στα αμφιθέατρα; Οι γονείς πολλών εξ αυτών δεν προσπάθησαν ποτέ να "τους βολέψουν κάπου" μέσω των "κυκλωμάτων" τους; Οι κακοί καθηγητές που δεν πατάνε στα μαθήματα, παίρνουν μισθό που τους επιτρέπει να ζήσουν; Οι περισσότερο κακοί καθηγητές που λειτουργούν ως επιχειρηματίες, είναι η μοναδική ή έστω η σημαντικότερη περίπτωση δημοσίων λειτουργών που αξιοποιούν τη θέση τους για προσωπικό όφελος; Αλήθεια, ο δημόσιος χαρακτήρας της εκπαίδευσης απειλείται μόνο στην τριτοβάθμια ή μήπως η ανώνυμη ελληνική "αϊ-σιχτιρίζουσα" οικογένεια, έχει από χρόνια αποδεχθεί ότι πρέπει να πληρώνει από τα βοηθήματα του δημοτικού μέχρι τα φροντιστήρια του λυκείου; Δεν είναι η πληρωμή η ισχυρότερη έμπρακτη αποδοχή της ανεπάρκειας του εκπαιδευτικού συστήματος από την αρχή του;
Η λίστα τέτοιων ερωτημάτων μπορεί να συνεχιστεί για πολύ, χωρίς κανείς να αρνείται ότι τα προσαπτόμενα στα Πανεπιστήμια είναι αβάσιμα ή αναληθή. Ωστόσο, ο τρόπος αντιμετώπισης των κακώς κειμένων, τόσο από τους νυν και τέως κυβερνώντες, όσο και από τους πολίτες, είναι δυσανάλογος προς εκείνον που εκδηλώνεται σε άλλα φαινόμενα σήψης στον υπόλοιπο δημόσιο βίο, αφήνοντας εκτός το γεγονός ότι οι πολιτικοί είναι εντελώς αναρμόδιοι έως ανεπαρκείς να χειριστούν το θέμα. Τι συμβαίνει, λοιπόν; Το άνοιγμα και ο έλεγχος της ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής αγοράς είναι μια ερμηνεία με αρκετή ευστοχία. Πίσω, όμως, από αυτό, κρύβεται η επιδίωξη της θεσμοθέτησης των μαζικών σπουδών της ημιμάθειας, από απαξιωμένους θεσμούς και εξαρτημένους λειτουργούς δημοσίων πανεπιστημίων, αλλά και από τα ορατά στους πολλούς ιδιωτικά εκπαιδευτήρια που απλά θα μετονομαστούν σε "πανεπιστήμια" για να παραμυθιάσουν τους πελάτες τους.
Οσο για την ερμηνεία της αντιμετώπισης του θέματος από τους πολλούς, δεν μπορούμε παρά να την παραβάλλουμε προς τη συμπεριφορά του αγράμματου άνεργου που δέρνει τη γυναίκα του και τα παιδιά του επειδή δεν μπορεί να καταλάβει τις αιτίες της κατάστασής του, ούτε και "τον παίρνει" να αντιδράσει αλλού. Υποκρίνεται, αλλά μόνο προς τον εαυτό του.
1.2.07
Απλά μαθήματα Τραπεζικής
(Περιοδικό ne.o. - Τεύχος 68 - Φεβρουάριος 2007)
Διάσπαρτη είναι η έκπληξη που προκάλεσε στην κοινή γνώμη η πρόσφατη χιονοστιβάδα εξελίξεων στον Τραπεζικό χώρο, με τις επιχειρούμενες εξαγορές, τους νέους παίκτες, τα αραβικά κεφάλαια, και διάφορα άλλα που ενδέχεται ή "ακούγεται" ότι θα συμβούν. Ισως οι γνωρίζοντες περισσότερα να περίμεναν κάποιες παρεμφερείς εξελίξεις, οι οποίες ίσως και να μη φαίνονται τόσο εντυπωσιακές όσο φαίνονται σε όσους δεν γνωρίζουν (οικονομικά) γράμματα όπως εμείς. Εχοντας τονίσει το τελευταίο, θα επιχειρήσουμε μια "επιφανειακή" ερμηνεία της δυναμικής του τραπεζικού συστήματος σε μια χώρα όπου οι κανόνες του συστήματος ισχύουν με "το δικό της" τρόπο.
Η κορυφή της πυραμίδας απεικονίζει ευημερούσες τράπεζες, με εντυπωσιακή και σταθερή αύξηση κερδοφορίας κατά τα τελευταία χρόνια. Αυτό δεν το αρνείται κανείς, ούτε όμως και το αναλύει κάνοντας "ενοχλητικές" ερωτήσεις. Από πού προκαλείται η κερδοφορία αυτή; Από τις παραγωγικές επενδύσεις οι οποίες αποδίδουν "σαν τρελές"; Από τα μεγάλα έργα που δημιουργούν οικονομική ανάπτυξη; Από το γεγονός ότι είμαστε κάποιου είδους τραπεζικός παράδεισος; Η αίσθησή μας είναι ότι τίποτε από τα παραπάνω δεν ανήκει στις κυριότερες αιτίες που στηρίζουν την ευημερία των τραπεζών. Και ότι οι σημαντικότερες, καθ ημάς, αιτίες, δεν αναφέρονται δημόσια και δεν πρέπει να γίνονται γνωστές στους "πολλούς", όχι τόσο γιατί είναι "μυστικά επιτυχίας", αλλά γιατί τους αφορούν άμεσα.
Η σημαντικότερη ατμομηχανή της τραπεζικής ευημερίας είναι η "λιανική τραπεζική". Είναι τα (σχετικά) λίγα χρήματα που δανείζονται οι πολλοί για να ανταπεξέλθουν στις καταναλωτικές τους ανάγκες. Ενα πραγματικό επιτόκιο πιστωτικής κάρτας μπορεί να φτάσει στο 18%, τη στιγμή που τα αποταμιευόμενα χρήματα παίρνουν έως και κάτω από 2%. Είναι τόσο μεγάλο το άνοιγμα, που η λεγόμενη υπερχρέωση του νοικοκυριού, μπορεί να δώσει το έδαφος για ανανέωση του δανεισμού με ας πούμε το μισό επιτόκιο, και κατόπιν για άλλη μια φορά με το μισό επιτόκιο και πάει λέγοντας. Δηλαδή, όσοι πληρώνουν καταναλωτικά δάνεια με σχεδόν 20% μπορούν να αισθάνονται ανόητοι, γιατί τα ίδια ιδρύματα δανείζουν για τον ίδιο σκοπό και με το μισό επιτόκιο αν το δάνειο έχει "μεταφερθεί". Και μάλιστα ο παραλογισμός επεκτείνεται στο ότι αντί να μειώσουν τα επιτόκια (όπως θα ήταν το "λογικό), τους στέλνουν πελάτες σε άλλες τράπεζες χρηματοδοτώντας μια ιδιότυπη κινητικότητα οφειλετών, με σκοπό όχι να "εξυπηρετήσουν", αλλά να συνεχίσουν να διατηρούν πολλά μέτρα και πολλά σταθμά, αγνοώντας επιδεικτικά όσα συμβαίνουν σε άλλες αγορές της Ευρωζώνης.
Εξίσου, αν όχι περισσότερο, ισχυρή, είναι η ατμομηχανή των στεγαστικών δανείων. Τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές τράπεζες νομιμοποίησαν υψηλότατες τιμές ακινήτων διότι το πρόβλημά τους ήταν να δανείσουν όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα. Η Πολιτεία παρενέβη όχι στην κατεύθυνση του ορθολογισμού, αλλά εξισώνοντας σχεδόν τις "αντικειμενικές αξίες" (μια ακόμη ελληνική παγκόσμια πρωτοτυπία) με τις αγοραίες, με μοναδικό σκοπό να εισπράττει περισσότερους φόρους. Το τρίτος μέρος του συναιτερισμού είναι οι εργολάβοι, των οποίων το ίδιο κεφάλαιο έχει μεγαλύτερη αποδοτικότητα ίσως και από εκείνα των εταιριών πετρελαιοειδών. Ολοι αυτοί (κράτος, τράπεζες, εργολάβοι) σιωπηρά νομιμοποιούν ο ένας τον παραλογισμό του άλλου, στις πλάτες, πάντα, των "ανωνύμων" καταναλωτών. Βέβαια, κάποιοι θα πουν ότι αυτά είναι αυθαιρεσίες. Η απάντησή μας βρίσκεται στις μικρές αγγελίες ακινήτων σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρωζώνης. Ας δουν τι αγοράζουν με τα ίδια χρήματα αλλού, χωρίς να συγκρίνουμε μισθούς, και το συζητάμε.
Για παρέμβαση του "κράτους" δε γίνεται λόγος, όχι μόνο γιατί το Κράτος έχει τράπεζες να πουλήσει: αν επιβάλλει την εκλογίκευση είτε στα καταναλωτικά, είτε στα στεγαστικά δάνεια, οι τράπεζες δεν θα είναι πια ελκυστικές ούτε στους απανταχού σεΐχηδες ούτε σε κανέναν. Οπότε, αφήστε ήσυχη την "cash cow" που λέγεται έλληνας πολίτης και ασχοληθείτε με τις "προοπτικές των τραπεζών", λένε όσοι "γνωρίζουν". Και καλά αυτοί, "κάνουν τη δουλειά τους", θα πει κανείς. Οι καταναλωτές τι κάνουν; Η δική μας απάντηση: προφανώς κάνουν αυτό που ξέρουν καλύτερα.
Διάσπαρτη είναι η έκπληξη που προκάλεσε στην κοινή γνώμη η πρόσφατη χιονοστιβάδα εξελίξεων στον Τραπεζικό χώρο, με τις επιχειρούμενες εξαγορές, τους νέους παίκτες, τα αραβικά κεφάλαια, και διάφορα άλλα που ενδέχεται ή "ακούγεται" ότι θα συμβούν. Ισως οι γνωρίζοντες περισσότερα να περίμεναν κάποιες παρεμφερείς εξελίξεις, οι οποίες ίσως και να μη φαίνονται τόσο εντυπωσιακές όσο φαίνονται σε όσους δεν γνωρίζουν (οικονομικά) γράμματα όπως εμείς. Εχοντας τονίσει το τελευταίο, θα επιχειρήσουμε μια "επιφανειακή" ερμηνεία της δυναμικής του τραπεζικού συστήματος σε μια χώρα όπου οι κανόνες του συστήματος ισχύουν με "το δικό της" τρόπο.
Η κορυφή της πυραμίδας απεικονίζει ευημερούσες τράπεζες, με εντυπωσιακή και σταθερή αύξηση κερδοφορίας κατά τα τελευταία χρόνια. Αυτό δεν το αρνείται κανείς, ούτε όμως και το αναλύει κάνοντας "ενοχλητικές" ερωτήσεις. Από πού προκαλείται η κερδοφορία αυτή; Από τις παραγωγικές επενδύσεις οι οποίες αποδίδουν "σαν τρελές"; Από τα μεγάλα έργα που δημιουργούν οικονομική ανάπτυξη; Από το γεγονός ότι είμαστε κάποιου είδους τραπεζικός παράδεισος; Η αίσθησή μας είναι ότι τίποτε από τα παραπάνω δεν ανήκει στις κυριότερες αιτίες που στηρίζουν την ευημερία των τραπεζών. Και ότι οι σημαντικότερες, καθ ημάς, αιτίες, δεν αναφέρονται δημόσια και δεν πρέπει να γίνονται γνωστές στους "πολλούς", όχι τόσο γιατί είναι "μυστικά επιτυχίας", αλλά γιατί τους αφορούν άμεσα.
Η σημαντικότερη ατμομηχανή της τραπεζικής ευημερίας είναι η "λιανική τραπεζική". Είναι τα (σχετικά) λίγα χρήματα που δανείζονται οι πολλοί για να ανταπεξέλθουν στις καταναλωτικές τους ανάγκες. Ενα πραγματικό επιτόκιο πιστωτικής κάρτας μπορεί να φτάσει στο 18%, τη στιγμή που τα αποταμιευόμενα χρήματα παίρνουν έως και κάτω από 2%. Είναι τόσο μεγάλο το άνοιγμα, που η λεγόμενη υπερχρέωση του νοικοκυριού, μπορεί να δώσει το έδαφος για ανανέωση του δανεισμού με ας πούμε το μισό επιτόκιο, και κατόπιν για άλλη μια φορά με το μισό επιτόκιο και πάει λέγοντας. Δηλαδή, όσοι πληρώνουν καταναλωτικά δάνεια με σχεδόν 20% μπορούν να αισθάνονται ανόητοι, γιατί τα ίδια ιδρύματα δανείζουν για τον ίδιο σκοπό και με το μισό επιτόκιο αν το δάνειο έχει "μεταφερθεί". Και μάλιστα ο παραλογισμός επεκτείνεται στο ότι αντί να μειώσουν τα επιτόκια (όπως θα ήταν το "λογικό), τους στέλνουν πελάτες σε άλλες τράπεζες χρηματοδοτώντας μια ιδιότυπη κινητικότητα οφειλετών, με σκοπό όχι να "εξυπηρετήσουν", αλλά να συνεχίσουν να διατηρούν πολλά μέτρα και πολλά σταθμά, αγνοώντας επιδεικτικά όσα συμβαίνουν σε άλλες αγορές της Ευρωζώνης.
Εξίσου, αν όχι περισσότερο, ισχυρή, είναι η ατμομηχανή των στεγαστικών δανείων. Τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές τράπεζες νομιμοποίησαν υψηλότατες τιμές ακινήτων διότι το πρόβλημά τους ήταν να δανείσουν όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα. Η Πολιτεία παρενέβη όχι στην κατεύθυνση του ορθολογισμού, αλλά εξισώνοντας σχεδόν τις "αντικειμενικές αξίες" (μια ακόμη ελληνική παγκόσμια πρωτοτυπία) με τις αγοραίες, με μοναδικό σκοπό να εισπράττει περισσότερους φόρους. Το τρίτος μέρος του συναιτερισμού είναι οι εργολάβοι, των οποίων το ίδιο κεφάλαιο έχει μεγαλύτερη αποδοτικότητα ίσως και από εκείνα των εταιριών πετρελαιοειδών. Ολοι αυτοί (κράτος, τράπεζες, εργολάβοι) σιωπηρά νομιμοποιούν ο ένας τον παραλογισμό του άλλου, στις πλάτες, πάντα, των "ανωνύμων" καταναλωτών. Βέβαια, κάποιοι θα πουν ότι αυτά είναι αυθαιρεσίες. Η απάντησή μας βρίσκεται στις μικρές αγγελίες ακινήτων σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρωζώνης. Ας δουν τι αγοράζουν με τα ίδια χρήματα αλλού, χωρίς να συγκρίνουμε μισθούς, και το συζητάμε.
Για παρέμβαση του "κράτους" δε γίνεται λόγος, όχι μόνο γιατί το Κράτος έχει τράπεζες να πουλήσει: αν επιβάλλει την εκλογίκευση είτε στα καταναλωτικά, είτε στα στεγαστικά δάνεια, οι τράπεζες δεν θα είναι πια ελκυστικές ούτε στους απανταχού σεΐχηδες ούτε σε κανέναν. Οπότε, αφήστε ήσυχη την "cash cow" που λέγεται έλληνας πολίτης και ασχοληθείτε με τις "προοπτικές των τραπεζών", λένε όσοι "γνωρίζουν". Και καλά αυτοί, "κάνουν τη δουλειά τους", θα πει κανείς. Οι καταναλωτές τι κάνουν; Η δική μας απάντηση: προφανώς κάνουν αυτό που ξέρουν καλύτερα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


